Ο πλανήτης των σέλφι

Η έκφραση ότι ο τουρισμός είναι μια βαριά βιομηχανία δεν είναι απλώς μια μεταφορά. Είναι η ακριβής περιγραφή ενός κλάδου της οικονομίας που παράγει πάνω από το 10% του παγκόσμιου ΑΕΠ και που στις χώρες που έχουν αναπτυγμένη τουριστική δραστηριότητα συχνά αποτελεί τη μεγαλύτερη οικονομική δραστηριότητα. Ταυτόχρονα, αποτελεί μια από τις πιο χαρακτηριστικές πλευρές, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, του σύγχρονου πολιτισμού, του τρόπου που συγκροτούμε ταυτότητες και σημάνσεις. Από τον τρόπο που ορίζουμε την έννοια της «αυθεντικότητας» μέχρι τη χωροταξία των πόλεων και τη σχέση με το ιστορικό παρελθόν, ο τουρισμός έχει παίξει καθοριστικό ρόλο.

Ερευνώντας την εποχή του μαζικού τουρισμού

Με όλα αυτά ασχολείται ο Μάρκο Ντ’ Έραμο στο βιβλίο του The World in a Selfie. An Inquiry into the Tourist Age (Ο κόσμος σε μια σέλφι. Μια έρευνα για την τουριστική εποχή), που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Verso, σε μια μετάφραση που επαυξάνει την πρώτη ιταλική έκδοση. Δημοσιογράφος για χρόνια στην εφημερίδα il manifesto, αλλά και σημαντικός θεωρητικός, ο Ντ’ Έραμο συνδυάζει ευρυμάθεια και αναλυτική ματιά, προσφέροντας μια εντυπωσιακή επισκόπηση του θέματος, που ξεφεύγει από στερεότυπα.

Για τον Ντ’ Έραμο η ανάπτυξη του μαζικού τουρισμού έχει να κάνει με την επανάσταση του ελεύθερου χρόνου, που ξεκινά από τον 19ο αιώνα και κορυφώνεται στον 20ο και που έδωσε σε ευρύτερα στρώματα τη δυνατότητα ταξιδιών. Σημειώνει μάλιστα ότι τα ίδια αριστοκρατικά στρώματα που απολάμβαναν προηγουμένως προνόμια όπως η «Μεγάλη Περιήγηση», το Grand Tour, πολύ νωρίς έσπευσαν να μιλήσουν για «ορδές», όταν είδαν άλλες κοινωνικές τάξεις να ταξιδεύουν σε μαζική κλίμακα. Βεβαίως, η εξέλιξη του τουρισμού σήμαινε και εξέλιξη των αξιοθέατων. Τον 19ο αιώνα όχι μόνο οι υπόνομοι του Παρισιού αλλά και το νεκροτομείο, αποτελούσαν δημοφιλείς χώρους επίσκεψης, ενώ η εποχή της αποικιοκρατίας συνέπεσε με την αποτρόπαια πρακτική της χρήσης ιθαγενών από τις αποικίες ως εκθεμάτων.

Ο τουρισμός είναι και μια πολιτιστική βιομηχανία. Αυτό κατεξοχήν φαίνεται στον τρόπο που η ανάπτυξή του οδηγεί στην κατασκευή της έννοιας του «αυθεντικού», αλλά και στην παραγωγή της ίδιας της έννοιας του «αξιοθέατου», του μέρους που «πρέπει σίγουρα να πας», με διάφορους τρόπους, από τους τουριστικούς οδηγούς (και δη αυτούς που θεωρούνται ότι έχουν κύρος και προσφέρουν και «διαβάθμιση») μέχρι πλέον τα εκατομμύρια αξιολογήσεις των χρηστών στις διάφορες εφαρμογές για τουρίστες.

Οι πόλεις που αλλάζουν

Ο Ντ’ Έραμο στέκεται ιδιαίτερα στο πώς ο τουρισμός αλλάζει τις πόλεις, από το Airbnb μέχρι τη διαπίστωση (που μόνο ένας Ιταλός θα έκανε) ότι πλέον υπάρχουν μέρη στη Ρώμη ή τη Φλωρεντία όπου δεν τρως καλά. Επισημαίνει ταυτόχρονα ότι αυτό δεν είναι τόσο νέο γεγονός: η Βενετία άρχισε να γίνεται τουριστική πόλη ήδη από τον 18ο αιώνα, όταν προς τέρψη των επισκεπτών το Καρναβάλι επεκτάθηκε χρονικά. Στην πραγματικότητα έχουμε να κάνουμε, με διάφορους τρόπους, με αυτό που ο Χομπσμπάουμ ονόμασε η «επινόηση της παράδοσης» και ο Ντ’ Έραμο δίνει πλήθος παραδειγμάτων για το πώς «παραδόσεις» ανακαλύφθηκαν εκ νέου σε σχετικά πρόσφατο χρόνο για να συμβάλουν στην απήχηση πόλεων και περιοχών ως «ιστορικών» και «αυθεντικών», σε μια διεργασία που –αντιστρέφοντας τη γνωστή φράση του Σουμπέτερ– αποκαλεί «καταστροφική δημιουργία». Το αποκορύφωμα αυτής της διαδικασίας είναι ο τρόπος που η αναγόρευση μιας πόλης σε μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς της UNESCO καταλήγει στον ιδιότυπο θάνατο μιας πόλης, ή τουλάχιστον σημαντικών πλευρών της, ένα είδος «πολεοκτονίας» (urbicide).

Το παράδειγμα του Λας Βέγκας αποτελεί για τον Ντ’ Έραμο τη χαρακτηριστική οπτικοποίηση του γεγονότος ότι όντως ο τουρισμός είναι μια βιομηχανία, καθώς η πόλη φαντάζει ως ένα σύνολο εγκαταστάσεων που παράγουν μαζικά όχι αυτοκίνητα όπως στο Ντιτρόιτ, αλλά αναψυχή και ψυχαγωγία για τους τουρίστες, αποτελώντας το κατεξοχήν παράδειγμα της τουριστικής πόλης. Σπεύδει, όμως, να επισημαίνει ότι σε μεγάλο βαθμό οι πολεοδομικές αντιλήψεις του «μοντέρνου κινήματος», με την έμφαση σε διακριτές ζώνες δραστηριοτήτων άνοιξε τον δρόμο για την ανάπτυξη τέτοιων εκδοχών «τουριστικών πόλεων».

Παρότι ο Ντ’ Έραμο είναι ιδιαίτερα επικριτικός για τις καταστροφικές πλευρές του σύγχρονου τουρισμού, δεν υιοθετεί και μια εύκολη ισοπεδωτική κριτική που θα έβλεπε απλώς την αλλοτρίωση, την εμπορευματοποίηση και την απώλεια της αυθεντικότητας στον τουρισμό. Άλλωστε, κάθε μορφή επικέντρωσης σε μια δραστηριότητα επιφέρει έναν βαθμό αλλοτρίωσης και το ερώτημα είναι εάν αυτό είναι μια επιλογή, όπως αυτή του καλλιτέχνη, ή ένας εξαναγκασμός όπως αυτός που δεσμεύει έναν εργάτη σε μια επαναλαμβανόμενη δραστηριότητα. Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο δεν έχει νόημα και μια εύκολη και σε μεγάλο βαθμό ηθικολογική κριτική του μαζικού ορισμού που σε ορισμένες στιγμές φαντάζει ως και άρνηση του δικαιώματος των ανθρώπων να έχουν έναν ελεύθερο χρόνο. Σε τελική ανάλυση, ο Ντ’ Έραμο επισημαίνει ότι αυτό που περιγράφουμε πολλές φορές ως «τουρισμό» δεν είναι παρά ο τρόπος που οι σύγχρονες κοινωνίες βλέπουν τον κόσμο.

 

Όλα είναι ταξίδι

Βιβλία όπως του Ντ’ Έραμο έχουν την αξία να προβληματοποιούν περισσότερο παρά να προσφέρουν εύκολες κατευθυντήριες γραμμές. Η παγκόσμια τουριστική βιομηχανία είναι σε μεταβατική φάση: η επανεκκίνηση μετά την πανδημία συνδυάζεται με τα σύννεφα μόνο ενεργειακής κρίσης, αλλά και την αναμέτρηση με την κλιματική αλλαγή και τη συνεισφορά των αεροπορικών ταξιδιών σε αυτήν, την ώρα που η ψηφιακή επικοινωνία και τηλεργασία πιέζουν για μια νέα «στατικότητα». Σημαίνει αυτό ότι θα χαθεί κάποια στιγμή η μαγεία του ταξιδιού;