Κοπεγχάγη: Από ηγέτιδα… μετεξεταστέα στον αγώνα κατά της κλιματικής αλλαγής

Πάλαι ποτέ ψαροχώρι των Βίκινγκς, η Κοπεγχάγη κατακτά σταθερά τα τελευταία χρόνια μια από τις πρώτες θέσεις στις λίστες των πόλων με το καλύτερο επίπεδο διαβίωσης και ως πρότυπο βιώσιμης ανάπτυξης, μέσα από μια σειρά πρωτοβουλιών γαι την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής.

Από το 2012 κιόλας η πρωτεύουσα της Δανίας είχε θέσει σε εφαρμογή ένα πολύ φιλόδοξο σχέδιο να γίνει η πρώτη πόλη που θα πετύχει κλιματική ουδετερότητα, με μηδενικό ισοζύγιο άνθρακα, έως το 2025. Εξ ου και έθεσε από νωρίς σε εφαρμογή μια σειρά από μέτρα.

  • Διαβάστε επίσης: Κλιματική αλλαγή: Ο ΟΗΕ προειδοποιεί για «αχαρτογράφητα νερά καταστροφής»

Μαζί με τα ενεργειακά της κτίρια, τους τεράστιους ποδηλατόδρομους, ένα δίκτυο συγκοινωνιών σχεδόν απαλλαγμένο από τη χρήση ορυκτών καυσίμων, την αξιοποίηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και πολλές άλλες πρωτοβουλίες, στο επίκεντρο του σχεδιασμού της Κοπεγχάγης βρέθηκε επίσης μια εμβληματική μονάδα αποτέφρωσης απορριμμάτων, συνδεδεμένη με τα συστήματα ηλεκτρικής ενέργειας και τηλεθέρμανσης.

  • Διαβάστε επίσης: Yvon Chouinard: Ο δισεκατομμυριούχος που χαρίζει την εταιρεία του για τη διάσωση της Γης 

Η έλλειψη ωστόσο χρηματοδότησης και τα κενά στον σχεδιασμό ανάγκασαν τις αρχές της δανέζικης πρωτεύουσας να ανακοινώσουν πρόσφατα ότι ο φιλόδοξος στόχος δεν θα μπορέσει τελικά επιτευχθεί μέσα μέσα στην επόμενη τριετία…

«Άνθρακας» ο… αποτεφρωτήρας

Η φουτουριστικού και οικολογικού σχεδιασμού μονάδα αποτέφρωσης Amager Bakke -που στην οροφή της έχει μέχρι και μια ειδικά διαμορφωμένη πίστα σκι και σνόουμπορντ για επισκέπτες- θεωρείται η τεχνολικά πιο προηγμένη του είδους της στον κόσμο.

Μπορεί να απορροφήσει έως και 600.000 τόνους αστικών απορριμμάτων κάθε χρόνο. Και με την καύση τους παράγεται ηλεκτρική ενέργεια, όσο και θερμότητα που διοχετεύεται σε ένα σύστημα τηλεθέρμανσης, καλύπτοντας το ένα τέταρτο των σχετικών αναγκών της πόλης.

Από την καπνοδόχου του Amager Bakke ωστόσο εκπέμπεται διοξείδιο του άνθρακα (CO2). Το σχέδιο ήταν το πρόβλημα να αντιμετωπιστεί με την χρήση τεχνολογίας δέσμευσης και αποθήκευσης άνθρακα (CCS) στη μονάδα.

Όμως τον περασμένο μήνα η ημιδημόσια εταιρεία κοινής ωφέλειας Amager Resource Center (ARC), διαχειρίστρια της μονάδας αποτέφρωσης στην Κοπεγχάγη, ανακοίνωσε ότι δεν ήταν επιλέξιμη για εθνική χρηματοδότηση στο πρόγραμμα CCS από το ειδικό κρατικό ταμείο που δημιουργήθηκε για τον σκοπό αυτό, ύψους 8 δισεκατομμυρίων δανικών κορωνών.

Η εταιρεία κρίθηκε ότι δεν ικανοποιεί ορισμένες απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων. Στο μεσοδιάστημα η λειτουργία της μονάδας είχε αποκτήσει «κρυφό» αποτύπωμα άνθρακα, καθώς -λόγω των υψηλών ποσοστών ανακύκλωσης των απορριμμάτων στη Δανία- κρίθηκε αναγκαία η εισαγωγή σκουπιδιών από το εξωτερικό. Κάτι που συνεπάγεται εκπομπές ρύπων από τις μεταφορές.

Και κάπως έτσι η Κοπεγχάγη, που είχε «επενδύσει» τα σχέδια για κλιματική ουδετερότητα στην λύση της δέσμευσης και αποθήκευσης άνθρακα, παραιτήθηκε από τη δέσμευση για το 2025.

«Είναι κρίμα που δεν το πετύχουμε μέχρι το 2025», δήλωσε η Σοφί Χέστορπ Άντερσεν, δήμαρχος της Κοπεγχάγης. «Όμως αυτό δεν σημαίνει δεν θα τα καταφέρουμε μέχρι το 2026, το 2027 ή το 2028.

Η πόλη της έχει ήδη καταφέρει να μειώσει τις εκπομπές CO2 κατά 80% από το 2009. «Συνεπώς», τόνιζει η σοσιαλδημοκράτισσα Άντερσεν, «υπάρχει ακόμα ελπίδα»…

Πισωγύρισμα

Παρά το γεγονός ότι η Κοπεγχάγη δεν θα πετύχει τον στόχο της κλιματικής ουδετερότητας το 2025, η ίδια η πόλη και η Δανία γενικότερα παραμένουν ηγέτες στην εξάλειψη των εκπομπών ρύπων.

Σύμφωνα με το υπουργείο Εξωτερικών της χώρας, οι εκπομπές CO2 θα έχουν μειωθεί κατά 70% έως το 2030 -πάνω από τον πήχη του 55% που έχει θέσει συνολικά η ΕΕ- βαδίζοντας έτσι με πιο στέρεα βήματα προς την κλιματική ουδετερότητα το 2050.

Όμως «αυτή η πρώιμη αποτυχία στον παγκόσμιο αγώνα για μηδενικές εκπομπές (ισορροπία μεταξύ εκπεμπόμενου και απορροφούμενου CO2)», παρατηρούν σε άρθρο στο The Conversation δύο Σκανδιναβές επιστήμονες, «μπορεί να προμηνύει οπισθοδρόμηση και από άλλους φορείς»: πόλεων, αλλά και εταιρειών που έχουν επίσης παρουσιάσει πολύ φιλόδοξα χρονοδιαγράμματα.

Επίσης «καταδεικνύει ότι οι δεσμεύσεις απαιτούν μεγαλύτερο έλεγχο», επισημαίνουν η Κριστίνε Κρίστιανσεν του Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης και η Ίνγκε-Μέρετ Χούγορντ του Πανεπιστημίου Λουντ, αμφότερες με ειδίκευση στον τομέα της Πολιτικής Οικολογίας.

«Διάφορες εκθέσεις και μελέτες δείχνουν ότι αυτές οι δεσμεύσεις συχνά αγνοούν σημαντικές παραμέτρους, αποτυγχάνοντας να συμπεριλάβουν εκθέσεις προόδου ή να προσδιορίσουν τις εκπομπές που στοχεύουν», υπογραμμίζουν.

Μια νέα μελέτη του Ινστιτούτου Ενεργειακής Οικονομίας και Χρηματοοικονομικής Ανάλυσης, για παράδειγμα, τονίζει ότι τα έργα για τη δέσμευση άνθρακα τείνουν να υπολειτουργούν ως προς τους στόχους μείωσης των εκπομπών ρύπων.

Παράλληλα -υπογραμμίζουν- η τεχνολογία CCS μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε μεγάλο βαθμό για την παράταση της διάρκειας ζωής των ορυκτών καυσίμων, καθώς το δεσμευμένο CO2 μπορεί να εγχυθεί σε κοιτάσματα για την εξαγωγή πρόσθετου πετρελαίου ή φυσικού αερίου.

Διδάγματα

Το παράδειγμα της Κοπεγχάγης αναδεικνύει επίσης ένα άλλο ζήτημα, αυτό της λογοδοσίας.

Όταν ανακοινώθηκε για πρώτη φορά το σχέδιο χρήσης της τεχνολογίας CCS στη μονάδα παραγωγής ενέργειας από απόβλητα το 2021 -εξηγούν οι συντάκτριες του άρθρου- η εταιρεία κοινής ωφελείας ARC βασίστηκε σε εξωτερική χρηματοδότηση και ένα πλαίσιο στήριξης πολιτικής για να το κάνει.

Τώρα, η επικεφαλής της επιτροπής Τεχνολογίας και Περιβάλλοντος της Κοπεγχάγης, Λίνε Μπάρφεντ, επικρίνει τις εθνικές αρχές.

«Έθεσαν κριτήρια για την κρατική χρηματοδότηση ως προς την ανάπτυξη τεχνολογίας δέσμευσης CO2, ενώ γνώριζαν εκ των προτέρων ότι η μονάδα αποβλήτων της ARC δεν τα πληρούσε», δήλωσε στο κρατικό δίκτυο DR. «Είναι κάτι που δεν το είχαμε καν σκεφτεί»…