Η Ευρώπη γίνεται λιγότερο «πράσινη»

Η Ευρώπη είχε προσπαθήσει να πει σε όλους τους τόνους ότι είναι στην τροχιά για να γίνει «κλιματικά ουδέτερη» μέχρι το 2050, δηλαδή πρακτικά να μη χρησιμοποιεί ορυκτά καύσιμα που συνεισφέρουν στην κλιματική αλλαγή. Η «Πράσινη Μετάβαση» υποτίθεται ότι όχι μόνο ήταν στην ημερήσια διάταξη αλλά και υλοποιείτο με γοργούς ρυθμούς, ιδίως από τη στιγμή που ένα μεγάλο μέρος των πόρων του «Ταμείου Ανάκαμψης» ήταν δεσμευμένοι σε αυτή την κατεύθυνση.

Ωστόσο, μετά ήρθε ο πόλεμος στην Ουκρανία, οι κυρώσεις στη Ρωσία και η προσπάθεια απεξάρτησης από το ρωσικό φυσικό αέριο και η συνεχιζόμενη αναμέτρηση με το ενδεχόμενο μεγάλων ενεργειακών ελλείψεων στον δύσκολο φετινό χειμώνα που κάνουν πιθανό το ενδεχόμενο μορφών πραγματικής ενεργειακής φτώχειας.

Και παρότι αρχικά θεωρήθηκε ότι αυτό θα μπορούσε να είναι ένας καταλύτης για την ακόμη μεγαλύτερη απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα εν γένει – και όχι μόνο από το ρωσικό πετρέλαιο και φυσικό αέριο– εντούτοις αυτό που βλέπουμε είναι επενδύσεις 50 δισεκατομμυρίων ευρώ στην Ευρώπη σε επιπλέον υποδομές και προμήθειες ορυκτών καυσίμων, συμπεριλαμβανομένων των εισαγωγών φυσικού αερίου και γαιάνθρακα.

Την ίδια στιγμή ήδη οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις έχουν καταβάλει περίπου 280 δισεκατομμύρια ευρώ τον τελευταίο χρόνο σε μια προσπάθεια προστατεύσουν τους καταναλωτές και ιδίως τα πιο αδύναμα τμήματα των κοινωνιών από τις μεγάλες αυξήσεις στις τιμές των καυσίμων και των λογαριασμών ενέργειας, χρήματα που σε μεγάλο βαθμό τροφοδότησαν την αυξημένη χρήση ορυκτών καυσίμων.

Η Ευρώπη στρέφεται περισσότερο στα ορυκτά καύσιμα

Θα ήταν λάθος να πούμε ότι η Ευρώπη δεν χρησιμοποιεί το διάστημα που αντιμετωπίζει την ενεργειακή κρίση τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Ανάμεσα στον Ιανουάριο και τον Αύγουστο του 2022 η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από φωτοβολταϊκά αυξήθηκε κατά 32% και από ανεμογεννήτριες κατά 26%. Όμως, την ίδια στιγμή μειώθηκε σημαντικά η παραγωγή ενέργειας από τα πυρηνικά εργοστάσια (-60%), για τα οποία σε αρκετές χώρες υπάρχει αρκετή πίεση να κλείσουν και από τους υδροηλεκτρικούς σταθμούς (-62%) καθώς η Ευρώπη αντιμετωπίζει και μια παρατεταμένη ξηρασία. Αυτό σημαίνει ότι στην ίδια περίοδο η Ευρώπη αύξησε την κατανάλωση γαιάνθρακα κατά 20%, λιγνίτη κατά 17% και φυσικού αερίου κατά 23%.

Μάλιστα, εάν κοιτάξει κανείς και τα μέτρα που έχουν πάρει οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις για να αντιμετωπίσουν τα μεγάλα ενεργειακά ελλείμματα που προκαλεί το «κλείσιμο της στρόφιγγας» του ρωσικού αερίου, θα διαπιστώσει ότι σε μεγάλο βαθμό αφορούν τη στροφή προς τα ορυκτά καύσιμα. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η στροφή προς το υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG). Αυτή τη στιγμή αναμένεται ότι ανάμεσα στον Οκτώβριο αυτής της χρονιάς και το 2028 θα συνδεθούν στα ευρωπαϊκά δίκτυα 19 προσωρινές πλωτές μονάδες επανεριοποίησης LNG καθώς και επτά μόνιμοι τερματικοί σταθμοί (onshore terminals). Οι επενδύσεις αυτές δικαιολογούνται και από το ενδεχόμενο να χρησιμοποιηθούν και για το «πράσινο υδρογόνο» αν και απέχουμε από το σημείο ικανής παραγωγής του, ενώ θα υπάρξει και κόστος προσαρμογής.

Την ίδια στιγμή στην Ευρώπη αυξάνει όπως είδαμε και η κατανάλωση γαιάνθρακα και λιγνίτη και η επανένταξη στο δίκτυο αντίστοιχων θερμοηλεκτρικών μονάδων που επρόκειτο να κλείσουν.

Όλα αυτά δικαιολογούνται από την ΕΕ ως προσωρινές λύσεις που αφορούν απλώς και μόνο μια συγκυρία κρίσης ως προς τις ενεργειακές ροές. Όμως, στο βαθμό που θα γίνουν τόσο μεγάλες επενδύσεις σε υποδομές για ορυκτά καύσιμα, θα υπάρχει και η αντίστοιχη πίεση αυτές οι επενδύσεις να μπορέσουν να κάνουν απόσβεση και άρα πολύ δύσκολα αυτές οι μονάδες και εγκαταστάσεις θα βγουν εκτός δικτύου.

Η πραγματική δυσκολία της πράσινης μετάβασης

Όλα αυτά αναδεικνύουν ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα σε σχέση με την «πράσινη» πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αρκεί να αναλογιστούμε ότι την ώρα που η Ευρώπη βρέθηκε αντιμέτωπη με την απώλεια κρίσιμων ενεργειακών ροών, που όμως αφορούσαν ορυκτά καύσιμα, η απάντησή της μέχρι τώρα είναι να στραφεί ακόμη περισσότερο προς τα ορυκτά καύσιμα, αντί να αποτελέσει αυτή η εξέλιξη τον καταλύτη για ακόμη μεγαλύτερη στροφή στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

Βεβαίως σε αυτό υπάρχει ο αντίλογος, ότι ούτως δεν θα ήταν εύκολη η τόσο γρήγορη υποκατάσταση των απωλειών φυσικού αερίου με ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, μια που αυτή η μετάβαση έχει ένα βάθος χρόνου και τώρα προείχε η αντιμετώπιση του κινδύνου ενεργειακής φτώχειας. Συμπληρωματική πλευρά αυτού του αντίλογου και το γεγονός ότι ειδικά στην Ευρώπη το κλίμα στην κοινή γνώμη είναι τέτοιο που δεν μπορεί να γίνει και στροφή στην πυρηνική ενέργεια, άλλωστε και εκεί συναντήσαμε όρια: η ξηρασία σήμαινε ότι και αρκετοί αντιδραστήρες – ψύχονται με νερό – δεν μπορούσαν να λειτουργήσουν στη μέγιστη απόδοση.

Όμως, και πάλι το ερώτημα παραμένει: ακόμη και εάν δεχτούμε ότι η «πράσινη» μετάβαση είναι μεσοπρόθεσμη και όχι άμεση διεργασία, μπορεί η Ευρώπη τελικά να την πραγματώσει και να μπορέσει να φέρει σε πέρας τον πολύ υψηλό στόχο που έχει θέσει για το 2050 – ένα ορόσημο που απέχει χρονικά από το σήμερα λιγότερο από όσο απέχει το σήμερα από το 1992 όταν υπογράφηκε η Σύμβαση του Ρίο για την κλιματική αλλαγή και που φέτος συμπληρώνει 30 χρόνια προσπαθειών που σαφώς υπήρξαν κατώτερες της πρόκλησης;