Το στοίχημα είναι ποιο όραμα θα προσφερθεί στην κοινωνία

Πολλές φορές η πολιτική σκηνή δείχνει να κινείται με τους δικούς της όρους. Να κυριαρχείται από γεγονότα που φαντάζουν καθοριστικά και αντιμετωπίζονται ως καταλύτες εξελίξεων. Μόνο που αυτό κάποιες φορές μπορεί να είναι και παραπλανητικό ως προς τις πραγματικές δυναμικές που καθορίζουν τις πολιτικές εξελίξεις.

Δεν το λέω αυτό γιατί υποτιμώ τον τρόπο που έχει κυριαρχήσει στην πολιτική επικαιρότητα το θέμα των υποκλοπών. Είναι ένα πολύ σημαντικό θέμα που άπτεται του πυρήνα των δημοκρατικών θεσμών και για το οποίο, όπως έχω γράψει, χρειάζεται να δοθούν καθαρές απαντήσεις και να αναληφθούν σαφείς πρωτοβουλίες.

Όμως, θα ήταν λάθος πιστέψουμε ότι όλα θα κριθούν γύρω από αυτό το θέμα. Πιο σωστά: είναι ενδεικτικό μιας προβληματικής αντιμετώπισης της πολιτικής σκηνής το να θεωρούμε ότι όλα κρίνονται γύρω από αυτό. Είναι η λογική που λέει ότι όλα στην πολιτική είναι «συμβολισμοί» και «επικοινωνία».

Καταλαβαίνω γιατί συχνά τόσο κυβερνήσεις όσο και αντιπολιτεύσεις υιοθετούν αυτή τη λογική. Είναι ο εύκολος δρόμος να κάνεις πολιτική, προσπαθώντας απλώς να οικοδομήσεις ή να αποδομήσεις την «εικόνα». Σε απαλλάσσει από το να σκεφτείς τι χρειάζεται η κοινωνία.

Η κοινωνία δεν υποτιμά τα ζητήματα δημοκρατίας. Τα θεωρεί πολύ σημαντικά. Ταυτόχρονα, όμως, έχει και άλλες επείγουσες ανάγκες. Αυτές που αφορούν την απασχόληση, τους μισθούς, το διαθέσιμο εισόδημα, την ακρίβεια. Αλλά και αυτές που αφορούν το περιβάλλον και τα όλο και πιο απειλητικά σημάδια της κλιματικής καταστροφής ή την παιδεία και την αγωνία για το μέλλον της νέας γενιάς.

Και είναι υπαρκτός ο κίνδυνος επικεντρώνοντας το επόμενο διάστημα μόνο στο ζήτημα δημοκρατίας που ανέκυψε με τις υποκλοπές, να ξεχάσουμε την ουσία της δημοκρατίας που είναι εάν το πολιτικό σύστημα κατορθώνει να διαμορφώνει όρους μιας καλύτερης συνθήκης για την πλειοψηφία της κοινωνίας.

Να δίνει δηλαδή όραμα και προοπτική στην Ελλάδα που εργάζεται, παράγει και δημιουργεί και που αυτή τη στιγμή προχωρά ξανά ανασφαλής στον ορίζοντα ενός δύσκολου χειμώνα.

Και αυτό δεν είναι απλώς ζήτημα λήψης κάποιων μέτρων, παρότι κάθε μέτρο που ανακουφίζει οικονομικά αυτά τα κοινωνικά στρώματα είναι παραπάνω από καλοδεχούμενο.

Κυρίως είναι ζήτημα εάν θα μπορέσουμε να κάνουμε επιτέλους τη συζήτηση για ένα νέο αναπτυξιακό υπόδειγμα στη χώρα, που να μπορεί να συστρατεύσει τις δυνάμεις της εργασίας, της επιχειρηματικότητας και της γνώσης σε ένα δρόμο που να συνδυάζει την ευημερία με την «πράσινη» βιωσιμότητα, που να εκμεταλλεύεται τον δυναμισμό της αγοράς αλλά να μην ξεχνά τη σημασία της κοινωνικής δικαιοσύνης και αναδιανομής και που να βλέπει την ανάπτυξη όχι με ποσοτικούς όρους (γιατί και οι «φούσκες» αρχικά ως ανάπτυξη μοιάζουν) αλλά ποιοτικούς και διαρθρωτικούς.

Και είναι στο φόντο μιας τέτοιας συζήτησης που μπορεί κανείς να δει και τα ζητήματα θεσμών ως πλευρές μιας σύγχρονης εκδοχής δημοκρατικού κράτους δικαίου και όχι ως απλές αφορμές για πολιτική αντιπαράθεση.

Γιατί στο βάθος του δρόμου η ιστορία δεν κρίνει τους πολιτικούς χώρους και σχηματισμούς από την ικανότητά τους να διαχειριστούν την επικαιρότητα, αλλά από το εάν μπορούν να καθοδηγήσουν την αναμέτρηση μιας χώρας με το μέλλον.