Οι ψηφιακές εφαρμογές υγείας στην Κίνα και ο πειρασμός του αυταρχισμού

Η καθημερινή ζωή 1,4 δισεκατομμυρίου Κινέζων πολιτών εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις ψηφιακές εφαρμογές που δείχνουν ποια είναι η κατάσταση της υγείας τους και εάν δικαιούνται ή όχι να βγουν από το σπίτι τους, να εισέλθουν σε ένα δημόσιο χώρο, να εργαστούν.

Οι εφαρμογές του «κώδικα υγείας» ξεκίνησαν μαζικά το 2020 μαζί με την πανδημία. Σε μια πρώτη φάση έμοιαζαν με τις εφαρμογές που χρησιμοποιήθηκαν – αλλά δεν γενικεύτηκαν – και σε άλλες χώρες και κυρίως επέτρεπαν να ειδοποιηθούν αμέσως όλοι οι άνθρωποι που μπορεί να είχαν έρθει σε επαφή με ένα κρούσμα Covid-19 ώστε να πάνε να κάνουν τεστ.

Όμως, σταδιακά οι εφαρμογές άρχισαν να συγκεντρώνουν ένα ευρύ φάσμα από δεδομένα για κάθε πολίτη: είναι εφαρμογές που συνδυάζουν τις ψηφιακές ταυτότητες που εκδίδει το κινεζικό κράτος, με τη δυνατότητα γεωεντοπισμού που έχουν, ούτως ή άλλως, τα κινητά τηλέφωνα, με τα αποτελέσματα των τεστ κόβιντ, τους εμβολιασμούς που έχει κάνει ο πολίτης, αλλά και ένα σύνολο άλλων πληροφοριών, όπως το τι φάρμακα πήγε πρόσφατα να αγοράσει. Όλα αυτά συνυπολογίζονται και συνεπάγονται έναν χρωματικό κώδικα για κάθε πολίτη.

Η επιδίωξη είναι να έχει κάποιος έναν «πράσινο κώδικα» ώστε να μπορεί να κινηθεί, να εισέλθει σε ένα δημόσιο χώρο κ.λπ. Διαφορετικά είναι υποχρεωμένος να τεθεί σε καραντίνα ή / και να προχωρήσει στα απαραίτητα τεστ, χωρίς πρακτικά να μπορεί να κινηθεί, εφόσον της εισόδου σε κτίρια και άλλους δημόσιους χώρου προηγείται το σκανάρισμα της εφαρμογής και δείχνει τον χρωματικό κώδικα κάθε πολίτη.

Οι εφαρμογές αυτές θεωρήθηκαν αναγκαίες για να μπορεί η κινεζική κυβέρνηση να διαχειριστεί την πανδημία και αξιοποιούνται και στο πλαίσιο της Zero Covid στρατηγικής στην οποία επιμένει ο Πεκίνο.

Για παράδειγμα ο πρόσφατος εντοπισμός τριών κρουσμάτων σε μια περιοχή του Πεκίνου είχε ως αποτέλεσμα 9785 επαφές των κρουσμάτων να τεθούν κα καραντίνα κατ’ οίκον και μια απαγόρευση άλλων 77388 να εισέρχονται σε δημόσιου χώρους μέχρις ότου κάνουν δύο τεστ για κόβιντ μέσα σε διάστημα 3 ημερών.

Οι εφαρμογές υποστηρίζονται από μια πολύ μεγάλη συλλογή δεδομένων που έκαναν συστηματικά οι κινεζικές αρχές, κάποιες φορές ακολουθώντας παραδοσιακές μεθόδους, πριν τα ανεβάσουν σε βάσεις δεδομένων, άλλες φορές αξιοποιώντας διάφορες εφαρμογές.

Όταν οι εφαρμογές αξιοποιούνται σε βάρος πολιτών που διαμαρτύρονται

Όμως, ήδη υπάρχουν καταγγελίες για κατάχρηση αυτών των εφαρμογών. Η πιο χαρακτηριστική είναι αυτή που αφορά μια κινεζική πόλη όπου οι αρχές άλλαξαν τους κωδικούς υγείας περισσότερων από 1000 κατοίκων για τους αποτρέψουν από το να διαδηλώσουν ενάντια στην ενδεχόμενη απώλεια των καταθέσεών τους σε τοπικές αγροτικές τράπεζες που απειλούνται με κατάρρευση.

Και παρότι θα υπάρξει αντίδραση σε αυτή την ενέργεια, με την τοπική επιτροπή του Κομμουνιστικού Κόμματος για θέματα διαφθοράς να τιμωρεί πέντε αξιωματούχους για την απόφαση να αλλάξουν τους κωδικούς των πολιτών, όμως η ανησυχία παραμένει.

Η τεράστια ικανότητα συγκέντρωσης στοιχείων

Ούτως ή άλλως το κινεζικό κράτος εδώ και αρκετά χρόνια έχει επενδύσει ιδιαίτερα στα ψηφιακά συστήματα επιτήρησης των πολιτών. Από τη μεγάλη έμφαση στα συστήματα ψηφιακής αναγνώρισης προσώπου, μέχρι όλο των φάσμα των ψηφιακών καρτών ασφάλειας, του ψηφιακού χρήματος και των καμερών, είναι εντυπωσιακή η ικανότητα συγκέντρωσης δεδομένων, επιτήρησης και παρακολούθησης.

Το κινεζικό κράτος και η ηγεσία του κομμουνιστικού κόμματος έχουν επενδύσει ιδιαίτερα στην ικανότητα συγκέντρωσης τόσο μεγάλου όγκου δεδομένων ώστε να μπορούν να διαχειρίζονται τον πληθυσμό.

Αυτό είχε φανεί και με την καθιέρωση του Συστήματος Κοινωνικής Πίστωσης (Social Credit System) εδώ και μερικά χρόνια που κρίνει ουσιαστικά τη συνολική κοινωνική αξιοπιστία των πολιτών και όχι απλώς την πιστοληπτική ικανότητα. Αυτό το σύστημα στηρίζεται στη συγκέντρωση ενός πλήθους δεδομένων για κάθε άτομο, τη συμπεριφορά του, το εάν πληρώνει τους φόρους του εγκαίρως, το εάν υπάρχουν σε βάρος του καταγγελίες, το εάν καθυστέρηση την πληρωμή της δόσης ενός δανείου. Αυτό μεταφράζεται στο εάν τελικά κάποιος καταγράφεται σε μια λευκή ή σε μια μαύρη λίστα, κάτι που μπορεί να μεταφραστεί είτε σε ευνοϊκότερη είτε σε δυσμενέστερη μεταχείριση σε ένα ευρύ φάσμα τομέων της κοινωνικής ζωής.

Ούτε είναι τυχαίο ότι μία από τις περιοχές όπου έχουν δοκιμαστεί κατεξοχήν τεχνολογίες αυστηρής ψηφιακής επιτήρησης και καταγραφής των πολιτών, είναι ακριβώς η επαρχία Σινγιάνγκ όπου και κατοικεί η μουσουλμανική μειονότητα των Ουιγούρων, που αντιμετωπίζεται διαρκώς από τις κινεζικές αρχές ως ύποπτη για «αντεθνική» δράση.

Αυτή τη στιγμή οι κινεζικές αρχές πρωτοστατούν στη συγκέντρωση δεδομένων για κάθε πτυχή της ζωής των πολιτών τους. Τα κινητά τηλέφωνα αποτελούν ταυτόχρονα και καταγραφείς τοποθεσιών, διαδρομών και συναλλαγών. Η κινεζική αστυνομία διαμορφώνει μια από τις μεγαλύτερες βάσεις δεδομένων DNA στον κόσμο. Το μεγαλύτερο μέρος από το ένα δισεκατομμύριο κάμερες επιτήρησης που λειτουργούν παγκοσμίως βρίσκεται στην Κίνα. Ένας αριθμός από αυτές συνδέεται με συστήματα αναγνώρισης προσώπου και συχνά τα δεδομένα τους τυγχάνουν ιδιαίτερα μεγάλης επεξεργασίας. Παράλληλα, οι κινεζικές αρχές προσπαθούν να εξασφαλίσουν τρόπου ώστε οι καταγραφείς δεδομένων των κινητών τηλεφώνων να μπορούν να σημειώνουν και τα ονόματα των χρηστών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Σε άλλες περιπτώσεις προσπαθούν να συλλέξουν δεδομένα όπως για παράδειγμα για χρήση εφαρμογών μετάφρασης από τα ουιγουρικά στα κινεζικά, μια που αυτό παραπέμπει στο ότι κάποιος είναι μέλος αυτής της αυστηρά επιτηρούμενης μειονότητας.

Παράλληλα, οι κινεζικές αστυνομικές αρχές διαρκώς προσπαθούν να αποκτήσουν πρόσβαση σε διάφορα δεδομένα: ηχητικά δεδομένα κοντά σε περιοχές με κάμερες ώστε σε συνδυασμό με συστήματα οπτικής αναγνώρισης να επιτρέπουν ακόμη πιο εκτεταμένες πρακτικές ταυτοποίησης, βάσεις δεδομένων DNA και μεγάλες βάσεις δεδομένων ιρίδων ματιών (μάλιστα καθόλου τυχαία η πρώτη σχετική μεγάλη βάση δεδομένων φτιάχτηκε στη Σινγιάνγκ).

Μεγάλη πρόκληση για τις κινεζικές αρχές είναι να αποκτήσουν την ικανότητα να ενοποιήσουν όλο αυτόν τον τεράστιο όγκο δεδομένων για να μπορούν εύκολα και γρήγορα να έχουν εικόνα σχεδόν για το σύνολο των πτυχών της ζωής του ανθρώπου, στοιχείο που δημιουργεί και όλη την ανησυχία για το εάν αυτό συνεπάγεται και κάποιους είδους προοπτική αυταρχικής χειραγώγησης των πολιτών.

Την ίδια στιγμή αυτό συνδυάζεται και με εκτεταμένες προσπάθειες λογοκρισίας και περιορισμού της ελεύθερης πρόσβασης στην ενημέρωσης όχι μόνο στην Κίνα, αλλά και σε άλλες γειτονικές περιοχές όπως είναι η Νότια και Νοτιοανατολική Ασία.

Στην Κίνα η προσπάθεια αξιοποίησης των δεδομένων στηρίζεται εκτός των άλλων και στο κανονιστικό πλαίσιο που ισχύει για τη διαχείριση δεδομένων που αφορά και τις ξένες επιχειρήσεις πληροφορικής που δραστηριοποιούνται στην Κίνα, που στην πράξη σημαίνουν ότι είναι υποχρεωμένες τα δεδομένα που παράγονται στην Κίνα να αποθηκεύονται σε εγκαταστάσεις στην Κίνα και εκεί να γίνεται η επεξεργασία τους, κάτι που στην πράξη σημαίνει ότι οι κινεζικές αρχές με τον έναν ή τον άλλο τρόπο έχουν πρόσβαση σε αυτά τα δεδομένα.

Το ερώτημα του τεχνο-αυταρχισμού

Όλα αυτά σημαίνουν ότι δεν έχουμε απλώς να κάνουμε με κάποιες τεχνολογικές εφαρμογές που επιτρέπουν την καλύτερη αντιμετώπιση π.χ. της πανδημίας, αλλά πολύ περισσότερο με μια συνολικότερη προσπάθεια να αξιοποιηθεί η πρόσβαση σε δεδομένα και η επεξεργασία τους για να μπορεί να επιβληθεί μια ιδιότυπη συνθήκη αυταρχικού κοινωνικού ελέγχου, που είναι «οργανική πλευρά» της ιδιότυπης πατερναλιστικής ιδεολογίας του Κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος που θέλει ταυτόχρονα να μπορεί να αντιλαμβάνεται τις διαθέσεις της κινεζικής κοινωνίας, αλλά με τρόπο που να μην μεταφράζεται σε διαμαρτυρίες και βεβαίως να μην θέτει υπό αίρεση την ίδια την εξουσία του κόμματος.

Βεβαίως ο πειρασμός του αυταρχισμού δεν είναι μια αποκλειστική ιδιότητα του κινεζικού κράτους. Η ίδια συγκέντρωση, χρήση και κατάχρηση δεδομένων μπορεί να γίνει και μέσα σε συνθήκες των καπιταλιστικών φιλελεύθερων δημοκρατιών με πρωτοβουλία αυτή τη φορά των ιδιωτικών επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται σε αυτούς τους τομείς όπως ανέδειξε με ιδιαίτερα γλαφυρό τρόπο και το πρόσφατο βιβλίο της Σοσάνα Ζούμποφ, Η εποχή του κατασκοπευτικού καταπιταλισμού.