Με αυτή την επιστολή οι Τούρκοι ζητούσαν από τον ΟΗΕ αποστρατικοποίηση του Αιγαίου

Το αίτημά της για αποστρατιωτικοποίηση των νησιών του Αιγαίου είχε διατυπώσει, τον Σεπτέμβριο του 2021, η Τουρκία με επιστολή της στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών.

Σ’ αυτή την επιστολή, η τουρκική διπλωματία υποστήριζε ότι η «κυριαρχία» της Ελλάδος στα νησιά του Αιγαίου, συνδέεται με την αποστρατιωτικοποίησή τους, σημειώνοντας ότι η Ελλάδα παραβιάζει τις διατάξεις της Συνθήκης Λωζάνης του 1923 και των Ειρηνευτικών Συνθηκών του Παρισιού του 1947.

«Το άρθρο 12 της Συνθήκης Ειρήνης της Λωζάνης του 1923 επιβεβαίωσε, υπό την προϋπόθεση ότι τα νησιά είναι αποστρατικοποιημένα, την απόφαση της Διάσκεψης του Λονδίνου της 13ης Φεβρουαρίου 1914, η οποία απέδωσε τα συγκεκριμένα νησιά του Αιγαίου στην Ελλάδα» ανέφερε η επιστολή της Τουρκίας και συμπλήρωνε ότι «το γράμμα της Συνθήκης Ειρήνης της Λωζάνης, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο επιβεβαιώνει την απόφαση του 1914, η κυριαρχία της Ελλάδας στα νησιά ήταν και εξακολουθεί να εξαρτάται από την αποστρατικοποίηση».

«Ο ισχυρισμός ότι η ελληνική κυριαρχία πάνω από τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου δεν συνδέεται με τη διατήρηση του αποστρατικοποιημένου καθεστώτος τους στερείται νομικής βάση» σημείωνε η Τουρκία.

Παράλληλα, η τουρκική διπλωματία ζητούσε να εφαρμοστούν οι διατάξεις αποστρατιωτικοποίησης της Συνθήκης Ειρήνης των Παρισίων του 1947, παρά το γεγονός ότι η Τουρκία δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος.

Τέλος, σημειώνει ότι με τη Συνθήκη του Μοντρέ, μόνο η Τουρκία έχει δικαίωμα να επαναστρατιωτικοποιήσει τα Στενά.

Αναλυτικά η επιστολή Σινιρίογλου

«Μετά την επιστολή μου της 13ης Ιουλιου 2021 (A/75/961-S/2021/651) και σχετικά με την επιστολή της Ελληνίδας Μόνιμου Αντιπροσώπου της 27ης Ιουλιου 2021 (A/75/976-S/2021/684),θα ήθελα, κατόπιν εντολής της κυβέρνησής μου, να επιστήσω την προσοχή σας στα ακόλουθα:

Είναι λυπηρό το γεγονός ότι η Μόνιμη Αντιπρόσωπος της Ελλάδας στην επιστολή της που αναφέρεται παραπάνω, συνεχίζει τις προσπάθειες για να δικαιολογήσει τη συνεχιζόμενη ουσιαστική παραβίαση από την Ελλάδα των προβλέψεων αποστρατικοποίησης από τις διατάξεις της Λωζάνης του 1923 και των Ειρηνευτικών Συνθηκών του Παρισιού του 1947. Η Τουρκία απορρίπτει όλα τα επιχειρήματα και τους ισχυρισμούς που περιέχονται σε αυτά και θα ήθελε να υπογραμμίσει εξι νομικά σημεία που αναλύονται παρακάτω:

Πρώτον, το άρθρο 12 της Συνθήκης Ειρήνης της Λωζάνης του 1923 επιβεβαίωσε, υπό την προϋπόθεση ότι τα νησιά είναι αποστρατικοποιημένα, την απόφαση της Διάσκεψης του Λονδίνου της 13ης Φεβρουαρίου 1914, η οποία απέδωσε τα συγκεκριμένα νησιά του Αιγαίου στην Ελλάδα.

Όπως προκύπτει από το γράμμα της Συνθήκης Ειρήνης της Λωζάνης, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο επιβεβαιώνει την απόφαση του 1914, η κυριαρχία της Ελλάδας στα νησιά ήταν και εξακολουθεί να εξαρτάται από την αποστρατικοποίηση. Ο ισχυρισμός ότι η ελληνική κυριαρχία πάνω από τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου δεν συνδέεται με τη διατήρηση του αποστρατικοποιημένου καθεστώτος τους στερείται νομικής βάσης. Το άρθρο 12 της Συνθήκης Ειρήνης της Λωζάνης θεσπίζει με σαφήνεια (εν μέρει μέσω της παραπομπής στην απόφαση του 1914) μια ξεκάθαρη διασύνδεση μεταξύ της κυριαρχίας και της αποστρατικοποίησης ολων των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου. Το άρθρο 13 της ίδιας Συνθήκης ορίζει περαιτέρω τη φύση του αποστρατικοποιημένου καθεστώτος για τα νησιά Μυτιλήνη, Χίο, Σάμο και Ικαρία βάζοντας τους περιορισμούς που αφορούν το εν λόγω καθεστώς.

Όσον αφορά τη Λήμνο και τη Σαμοθράκη, είναι (βάσει της σύμβασης του 1923 σχετικά με το καθεστώς των Τουρκικών Στενών) αντικείμενο ενός ακόμη αυστηρότερου καθεστώτος, λόγω της εγγύτητάς τους στην τουρκική ενδοχώρα.

Δεύτερον, η Σύμβαση του Μοντρέ του 1936 καθιέρωσε ένα νέο καθεστώς μόνο για τα Τουρκικά Στενά. Δεν περιέχει καμία ειδική διάταξη σχετικά με τον τερματισμό οποιασδήποτε προηγούμενης πρόβλεψής και υποχρέωσης αποστρατικοποίησης που δεσμεύει την Ελλάδα. Όπως προκύπτει από το προοίμιο της Συνθήκης του Μοντρέ (και το ευρύτερο πλαίσιο), τα Μέρη της παρούσας σύμβασης δεν έκαναν τίποτα περισσότερο παρά να συμφωνήσουν μεταξύ τους, σε ένα διαφορετικό καθεστώς όσον αφορά την Τουρκία. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το Προοίμιο αναφέρεται μόνο για τη ρύθμιση της διέλευσης και της ναυσιπλοΐας στα Στενά στο πλαίσιο της τουρκικής ασφάλειας και (όσον αφορά τον Εύξεινο Πόντο) της ασφάλειας εκείνων των κρατών που ήταν παρόχθια στον Εύξεινο Πόντο. Η αναφορά στον Εύξεινο Πόντο αποκλείει την Ελλάδα και δεν αντιμετωπίζει το ζήτημα της ασφάλειας της Ελλάδας. Ως εκ τούτου, η Σύμβαση του 1936 δεν μπορούσε σε καμία περίπτωση να τερματίσει ή να καταγγείλει τις υποχρεώσεις αποστρατικοποίησης που δεσμεύουν την Ελλάδα όπως ορίζονται στη Σύμβαση του 1923.

Η Σύμβαση του Μοντρέ του 1936 επιτρέπει μόνο στην Τουρκία να επαναστρατιωτικοποιήσει τη ζώνη των Στενών. Δεν περιέχει καμία τέτοια διάταξη (ρητή ή σιωπηρή) για την Ελλάδα.
Τρίτον, οι πολιτικές δεσμεύσεις που δεν αναλήφθηκαν κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων ή των συνομιλιών μεταξύ των μερών δεν μπορούν να ερμηνεύεται ότι δημιουργούν την οποιαδήποτε νομική υποχρέωση . Επιπλέον, όπως επεσήμανε το Διεθνές Δικαστήριο Δικαιοσύνης σε συνοριακή διαφορά, υπάρχει το καθήκον να επιδείξουμε μεγάλη προσοχή πριν δώσουμε τέτοια βαρύτητα σε μια τέτοια δήλωση όταν δεν απευθυνόταν σε συγκεκριμένο αποδέκτη (1CI Rep 1986, σ 574). Η κρατική πρακτική της Τουρκίας μέχρι σήμερα και η κρατική πρακτική της Ελλάδας μέχρι τη δεκαετία του 1960 όσον αφορά την ερμηνεία των διατάξεων αποστρατικοποίησης των προαναφερθέντων μέσων ακυρώνει τα επιχειρήματα της Ελλάδας σχετικά με το θέμα αυτό.

Τέταρτον: ο ισχυρισμός ότι η Τουρκία δεν μπορεί να επικαλεστεί τις διατάξεις αποστρατιωτικοποίησης του 1947 της Συνθήκης Ειρήνης των Παρισίων έναντι της Ελλάδας λόγω του ότι η Τουρκία δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος είναι νομικά αβάσιμη.

Η Συνθήκη Ειρήνης του Παρισιού του 1947 είναι μια συνθήκη αποστρατικοποίησης σε υπεροχή: είναι, λόγω του χαρακτήρα της, ένα κλασσικό παράδειγμα ενός μέσου συνθήκης που θεσπίζει ένα «αντικειμενικό καθεστώς». Όπως είναι γνωστό το αποτέλεσμα της δημιουργίας ενός τέτοιου καθεστώτος που ισχύει erga omnes αποδίδεται σε συνθήκες που παρέχουν ειδικό καθεστώς σε εδάφη. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η περίπτωση των Νήσων Άαλαντ, που αποκρατικοποιούνται σύμφωνα με τη σύμβαση του 1856 για την αποστρατικοποίηση των Νήσων Άαλαντ, που προσαρτήθηκε στη Συνθήκη Ειρήνης του Παρισιού το 1856.

Πέμπτο, και μετά το τέταρτο, το γεγονός ότι οι συνθήκες αυτές δημιουργούν αντικειμενικά καθεστώτα επιβεβαιώθηκε από τη Διεθνή Επιτροπή Νομικών, στην οποία ανατέθηκε το 1920 από το Συμβούλιο της Ένωσης των Εθνών η αποστολή της παροχής συμβουλευτικής γνώμης σχετικά με τις νομικές πτυχές της διαφοράς των Νήσων Aaland μεταξύ Φινλανδίας και Σουηδίας. Η Διεθνής Επιτροπή έκρινε ότι οι προβλέψεις αποστρατικοποίησης αποτελούσαν ειδικό διεθνές καθεστώς σχετικά με στρατιωτικές παραμέτρους, για τα νησιά Aaland. Αυτό σήμαινε ότι κάθε ενδιαφερόμενο κράτος είχε το δικαίωμα να επιμείνει στη συμμόρφωση μαζί τους» ((1920) LNOJ Sp Supp No 3, 15, 18-19).

Σύμφωνα με τη Δήλωση Γνώμης της Διεθνούς Επιτροπής, η Σουηδία, αν και δεν ήταν κράτος μέρος της σύμβασης του 1856, είχε δικαίωμα να απαιτήσει την τήρηση των διατάξεων αποστρατικοποίησης. Με τον ίδιο τρόπο, η Τουρκία, ένα ενδιαφερόμενο κράτος, έχει το δικαίωμα να επιμένει στη συμμόρφωση της Ελλάδας με τις συμβατικές υποχρεώσεις αποστρατικοποίησης με τις οποίες δεσμεύεται η Ελλάδα. Η Τουρκία προτρέπει Η Τουρκία προτρέπει επίσης τα άλλα κράτη συμβαλλόμενα μέρη των εν λόγω Συνθηκών να προσκαλέσουν την Ελλάδα να συμμορφωθεί με τις διατάξεις των συνθηκών αυτών.

Με τη στρατιωτικοποίηση των εν λόγω νησιών, η Ελλάδα έχει χάσει το δικαίωμά της να έχει χάσει το δικαίωμά του να διεκδικήσει απέναντι στην Τουρκία των δικαιωμάτων που ισχυρίζεται ότι απορρέουν από τις προαναφερθείσες Συνθήκες. Όπως παρατήρησε το Διεθνές Δικαστήριο στην υπόθεση της Ναμίμπια, «ένα Μέρος που αποκηρύσσει ή δεν τηρεί τις δεσμεύσεις του δεν μπορεί να αναγνωριστεί ότι διατηρεί τα δικαιώματα που ισχυρίζεται ότι απορρέουν από το εν λόγω Μέσο (1CJ Rep 1971, σ 46). Το διεθνές δίκαιο ασφαλώς δεν επιτρέπει την άδικη κατάσταση στην οποία ένα κράτος που βρίσκεται σε αθέτηση υποχρέωσης εξακολουθεί να βασίζεται για δικούς του σκοπούς σε μια συνθήκη της οποίας οι δικές του υποχρεώσεις παραβιάζονται.

Έκτο, είναι απογοητευτικό το γεγονός ότι η Μόνιμη Αντιπρόσωπος της Ελλάδας στην επιστολή της επέλεξε να κάνει παράλογους πολιτικούς ισχυρισμούς όσον αφορά το περιφερειακό πλαίσιο, αντί να επικεντρώνεται σε νομικά επιχειρήματα. Εκτός από την αποκάλυψη της αδυναμίας της νομικής θέσης της Ελλάδας, οι ισχυρισμοί αντανακλούν μια κατάσταση η οποία είναι αποσυνδεδεμένη από την πραγματικότητα.

Ως εκ τούτου, δεν αξίζουν περαιτέρω απάντηση.

Η Τουρκία καλεί για άλλη μια φορά την Ελλάδα να συμμορφωθεί με τις διατάξεις αποστρατικοποίησης των ανωτέρω Συνθηκών και να αποκατασταθεί το αποστρατικοποιημένο καθεστώς των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου όπως ήταν πριν από την εμφάνιση των παραβιάσεων της Ελλάδας.

Θα σας ήμουν ευγνώμων αν διανέματε την επιστολή αυτή ως έγγραφο της 76ης Συνόδου της Γενικής Συνέλευσης, σύμφωνα με το σημείο 78 στοιχείο α) της ημερήσιας διάταξης και του Συμβουλίου Ασφαλείας των ΗΕ, και να δημοσιευθεί στον δικτυακό τόπο του Τμήματος Ωκεανών και Δικαίου της Θάλασσας, καθώς και την επόμενη έκδοση του Δελτίου Δικαίου της Θάλασσας».

Η απάντηση της Ελλάδας

Η Ελλάδα απάντησε στην τουρκική επιστολή μέσω της Μόνιμης Αντιπροσώπου της χώρας στον ΟΗΕ, Μαρίας Θεοφίλη, η οποία επιστολή προς τον γενικό γραμματέα του Οργανισμού.

Με την επιστολή αυτή, η οποία αποτελεί προϊόν πολύμηνης ενδελεχούς εργασίας από τις αρμόδιες υπηρεσίες του ΥΠΕΞ, απορρίπτονται στο σύνολο τους, το σύνολο των ισχυρισμών της τουρκικής πλευράς, καθώς είναι αβάσιμοι νομικά, ιστορικά και επί των πραγματικών γεγονότων.

Συγκεκριμένα απορρίπτεται το σύνολο της τουρκικής επιχειρηματολογίας όσον αφορά την «διασύνδεση» της ελληνικής κυριαρχίας των νησιών και των παρακείμενων νήσων του Αιγαίου με την δήθεν υποχρέωση αποστρατιωκοποίησης των νησιών αυτών.

Τονίζεται ότι η διασύνδεση αυτή αποτελεί καθαρή αθέτηση τόσο του γράμματος όσο και του πνεύματος της συνθήκης της Λωζάννης του 1923 και της συνθήκης των Παρισίων του 1947, που ορίζουν μόνιμα σύνορα και εδαφικά δικαιώματα στις χώρες που αναφέρονται, χωρίς να υπάρχει κανένας άλλος όρος ή υποχρέωση.

Παράλληλα, υπογραμμίζεται ότι σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο, ότι όταν τα κράτη συνομολογούν μια συνθήκη που ορίζει σύνορα ή εδαφική κυριαρχία, ο βασικός σκοπός τους είναι να επιτύχουν σταθερότητα και τελικό καθεστώς (finality). Για τον λόγο αυτό, όταν μια συνθήκη ορίζει ένα σύνορο ή μια οριστική εδαφική διευθέτηση, αυτή η διευθέτηση αποτελεί ένα πραγματικό γεγονός από μόνο του, το οποίο δεν εξαρτάται πλέον από την συνθήκη.