Η Τουρκία «πουλάει» τη Μουσουλμανική Αδελφότητα για να τα βρει ξανά με την Αίγυπτο

Από όλες τις χώρες της Μέσης Ανατολής με τις οποίες ήρθε σε αντιπαράθεση ή και ρήξη η Τουρκία στις αρχές της δεκαετίας του 2010, η Αίγυπτος ήταν η πιο σημαντική και αυτή όπου το ρήγμα ήταν το πιο βαθύ.

Αυτό είχε να κάνει με το γεγονός ότι στην Αίγυπτο υπήρξε ένα μεγάλο λαϊκό κίνημα, που ανέτρεψε το καθεστώς Μουμπάρακ, στην πιο σημαντική ανατροπή αυτού που περιγράφηκε ως «Αραβική Άνοιξη» και το οποίο άνοιξε το δρόμο για να αναλάβει τη κυβέρνηση μια κυβέρνηση της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, αυτού του ιστορικού πολιτικού ρεύματος του μουσουλμανικού κόσμου και της «αρχετυπικής» ιδεολογικής εκδοχής αυτού που αργότερα θα ονομαστεί «Πολιτικό Ισλάμ». Μόνο που και η κυβέρνηση αυτή θα ανατραπεί, υπό το βάρος ενός στρατιωτικού πραξικοπήματος από τη σημερινή κυβέρνηση της Αιγύπτου.

Οι εξελίξεις αυτές είχαν άμεση επίπτωση στην Τουρκία, γιατί το AKP, το κόμμα που διαμόρφωσε ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και οι συνοδοιπόροι του ήταν πολιτικά και ιδεολογικά κοντά στις θέσεις της Μουσουλμανικής Αδελφότητας. Επιπλέον, ο Ερντογάν εκτιμούσε ότι η ανάδειξη, μέσα από την «Αραβική Άνοιξη», κυβερνήσεων με επιρροή της Μουσουλμανικής Αδελφότητας θα διευκόλυνε ιδιαίτερα και τα σχέδια της Τουρκίας να αναδειχτεί σε μια περιφερειακή δύναμη στην περιοχή.

Ως αποτέλεσμα η Τουρκική αντίδραση θα είναι ιδιαίτερα έντονη μετά την ανατροπή και φυλάκιση του Μόρσι, ενώ και η αιγυπτιακή κυβέρνηση θα κατηγορήσει την Τουρκία για ανάμειξη στις εσωτερικές υποθέσεις και για προσπάθεια αποσταθεροποίησης της χώρας. Το αποτέλεσμα θα είναι το 2013 οι δυο χώρες να ανακαλέσουν τους πρεσβευτές τους και οι μεταξύ τους σχέσεις να βρεθούν στο χειρότερο σημείο.

Η Τουρκία μάλιστα θα γίνει μία από τις χώρες όπου κατεξοχήν θα βρουν άσυλο στελέχη της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, ενώ από το Τουρκικό έδαφος θα εκπέμπουν και δορυφορικά κανάλια της, κάτι που έκτοτε θα αποτελεί και αγκάθι στις διμερείς σχέσεις.

Η προσπάθεια της Τουρκίας για επαναπροσέγγιση

Όμως, ήδη από τα τέλη του 2020 και την εκλογή του Τζο Μπάιντεν στην προεδρία των ΗΠΑ η Τουρκία επιδίδεται σε μια προσπάθεια αποκατάστασης σχέσεων τόσο με τη Δύση όσο και τις χώρες της περιοχής, ξεκινώντας από τις χώρες που κατεξοχήν έχουν καλή σχέση με τις ΗΠΑ.

Ούτως ή άλλως και ανεξαρτήτως ρητορικής η Τουρκία δεν είχε ποτέ αποφασίσει να υιοθετήσει μια «αντιδυτική» πολιτική. Αυτό που διεκδικούσε ήταν μεγαλύτερη αναγνώρισή της ως «περιφερειακής δύναμης» και οι όποιες τακτικές κινήσεις έκανε προς τη Ρωσία αφορούσαν τα ειδικά ζητήματα της Συρίας και κυρίως την εξασφάλιση ότι δεν θα διαμορφωθεί κουρδική οιονεί κρατική οντότητα. Με την άνοδο Μπάιντεν στην εξουσία, που σήμαινε ότι χανόταν η ικανότητα συνεννόησης που υπήρχε με την κυβέρνηση Τραμπ (η οποία π.χ. είχε δώσει «πράσινο φως» για διαμόρφωση τουρκικής «ζώνης ασφαλείας στη Συρία), η Τουρκία βρέθηκε στην ανάγκη να ανοικοδομήσει σχέσεις με μια σειρά από χώρες της περιοχής αλλά και με τη Δύση. Ούτως ή άλλως, η μερική αποχώρηση των ΗΠΑ από τη Μέση Ανατολή, πυροδότησε μια δυναμική «συνεννόησης» στην περιοχή.

Σε αυτό το πλαίσιο η Τουρκία, που για ένα διάστημα είχε καλές σχέσεις στον Κόλπο μόνο με το Κατάρ (την άλλη χώρα που υποστηρίζει τη Μουσουλμανική Αδελφότητα), αποκατέστησε ξανά σχέσεις συνεργασίας με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, είναι σε τροχιά προσέγγισης με τη Σαουδική Αραβία (όπως φάνηκε και στον τρόπο που τελικά διαχειρίστηκε την υπόθεση Κασόγκι), επιδιώκει δρόμους συνεννόησης με το Ισραήλ (έχοντας μάλιστα χαμηλώσει τους τόνους ως προς την υποστήριξη στη Χαμάς) και θέλει καλύτερες σχέσεις με την Αίγυπτο, τη χώρα που μέχρι τώρα ήταν η πιο επιφυλακτική. Ούτως ή άλλως η αποκατάσταση των σχέσεων με τα ΗΑΕ και τη Σαουδική Αραβία είναι και ένας τρόπος για να καταλήξει και σε καλύτερες σχέσεις με την Αίγυπτο.

Και βέβαια ας μην ξεχνάμε και την οικονομική διάσταση. Με τη χώρα σε προεκλογική περίοδο και ταυτόχρονα βαθιά οικονομική κρίση, η τουρκική κυβέρνηση αναζητά ξένες επενδύσεις και αναβαθμισμένες οικονομικές σχέσεις ξεκινώντας από τις χώρες του Κόλπου.

Μάλιστα ένα από τα παράδοξα των τουρκοαιγυπτιακών σχέσεων είναι ότι παρά την πολιτική ρήξη, οι εμπορικές σχέσεις ήταν σημαντικές και ο όγκος του εμπορίου ανάμεσα στις δύο χώρες αυξήθηκε από το 4,43 δισεκατομμύρια δολάρια το 2007 σε 11,14 δισεκατομμύρια δολάρια το 2020.

Μόρσι και Ερντογάν το 2012

Η σημασία της Αιγύπτου

Η σημασία της Αιγύπτου είναι προφανής. Είναι μια ισχυρή χώρα στην περιοχή, χώρα από την οποία αναδύθηκε ο Αραβικός Εθνικισμός, έχει ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις, καλές σχέσεις με τη Δύση (αλλά και με τη Ρωσία) και η συνεννόησή της με το Ισραήλ εδώ και πολλά χρόνια είναι μία από τις βασικές παραμέτρους του συσχετισμού δύναμης στην περιοχή.

Είναι επίσης μια ισχυρή χώρα στην ευρύτερη ζώνη της Νοτιοανατολικής Μεσογείου, με σημαντικά αποθέματα φυσικού αερίου και στο επίκεντρο των τουρκικών αξιώσεων σε σχέση με τις ΑΟΖ. Το γεγονός ότι εδώ και χρόνια βρίσκεται στο επίκεντρο ενός κύκλου διπλωματικών και πολιτικοστρατιωτικών συνεργασιών στις οποίες συμμετέχουν η Ελλάδα, το Ισραήλ και η Κύπρος έκανε ακόμη πιο επείγουσα την ανάγκη η Τουρκία να αναζητήσει και αυτή τρόπο συνεννόησης με την Αίγυπτο.

 

Η σταδιακή αποστασιοποίηση από τη Μουσουλμανική Αδελφότητα

Σε αυτό το φόντο ο Ερντογάν είναι διατεθειμένος ακόμη και να κάνει βήματα αποστασιοποίησης από τη Μουσουλμανική Αδελφότητα για να διευκολύνει τις νέες συμμαχίες του. Η πίεση που έχει ασκηθεί σε ορισμένα δορυφορικά κανάλια με εγκαταστάσεις στην Τουρκία να περιορίσουν την κριτική τους στην Αιγυπτιακή κυβέρνηση ή ακόμη και να σιωπήσουν είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Έτσι, παρότι στην Τυνησία ο Ερντογάν ο διαμαρτυρήθηκε για τη διάλυση της Βουλή, υιοθετώντας τη θέση του Εναχντά, του κόμματος που πρόσκειται στην Αδελφότητα, στην Αίγυπτο προκρίνει την αποκατάσταση σχέσεων με την κυβέρνηση. Βεβαίως αποφεύγει να χαρακτηρίσει την Αδελφότητα τρομοκρατική οργάνωση όπως κάνει η αιγυπτιακή κυβέρνηση και δημόσια δεν καταφέρεται εναντίον της, όμως είναι εμφανής μια «πραγματιστική» προσέγγιση που εκτιμά ότι δεν του προσφέρει η Αδελφότητα το άνοιγμα που ήλπιζε στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας.

Σε αυτό το φόντο η κυβέρνηση Ερντογάν έχει επενδύσει ιδιαίτερα στην επίσκεψη του Τούρκου υπουργού Οικονομικών Νουρεντίν Νεμπάτι στην Αίγυπτο την 1η Ιουνίου.

Ο Νεμπάτι θα παρακολουθήσει τη σύνοδο της Ισλαμικής Αναπτυξιακής Τράπεζας, που θα λάβει χώρα στο θέρετρο του Σαρμ ελ-Σέιχ της Ερυθράς Θάλασσας και έχει ανακοινώσει ότι στο περιθώριο θα έχει συναντήσεις «με τους ομολόγους του», χωρίς να έχει αποσαφηνίσει εάν θα δει και τον Αιγύπτιο ομόλογό του, κάτι που θα συνιστούσε την πρώτη συνάντηση υπουργών των δύο χωρών εδώ και εννέα χρόνια.