Μετά το θανατικό και την ακρίβεια, η πείνα: Ο πόλεμος στην Ουκρανία σε τρεις λέξεις

Τα σιτηρά που θερίζονται τον χειμώνα πρέπει να σπαρθούν το προηγούμενο καλοκαίρι. Εκείνα που θα θεριστούν το καλοκαίρι πρέπει να έχουν σπαρθεί το φθινόπωρο. Έτσι, με τον πόλεμο στην Ουκρανία να μαίνεται και το τέλος του να μην είναι ορατό, η απειλή σοβαρών ελλείψεων στην παγκόσμια αγορά κατά τη διάρκεια της επόμενης χρονιάς είναι κάτι παραπάνω από ορατή.

Η υπόθεση είναι πολύ σοβαρή για να την αγνοήσει κανείς. Εξάλλου, όπως δείχνουν τα στοιχεία και οι εκτιμήσεις του ΟΗΕ και άλλων οργανισμών, με τα σημερινά δεδομένα οι αγρότες της Ουκρανίας δεν θα καταφέρουν να σπείρουν φέτος το καλοκαίρι το 30% των καλλιεργήσιμων εδαφών – ίσως και περισσότερο, εάν συνυπολογιστούν οι ελλείψεις σε εργατικά χέρια, καθώς πολλοί έχουν πάρει τα όπλα και αρκετοί είναι νεκροί ή τραυματίες.

Σύμφωνα, επίσης, με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Τροφίμων και Γεωργίας (FAO), από Ρωσία και Ουκρανία προέρχεται σχεδόν το 30% των σιτηρών και του κριθαριού που καταναλώνονται παγκοσμίως, όπως επίσης το 15-20% του καλαμποκιού και τα τρία τέταρτα του ηλιελαίου. Η Ρωσία είναι, ταυτόχρονα, ο μεγαλύτερος παγκοσμίως εξαγωγέας λιπασμάτων αζώτου, όπως επίσης ο δεύτερος και τρίτος αντιστοίχως εξαγωγέας λιπασμάτων ποτάσας και φωσφόρου.


Για όλα φταίει ο Πούτιν!

Υπάρχει λύση απέναντι σε αυτή την απειλή; Όπως γνωρίζουν καλά όσοι έχουν ασχοληθεί με τις θετικές επιστήμες, αλλά και την ψυχολογία, το πρώτο βήμα για την απάντηση ενός ερωτήματος και την επίλυση ενός προβλήματος είναι η ορθή διατύπωσή του. Έτσι ώστε, να μην λείπει καμία κρίσιμη παράμετρος.

Για πολλούς στη Δύση, η υπόθεση είναι ξεκάθαρη και απλή: Για την επαπειλούμενη επισιτιστική κρίση και για όλα τα κακά φταίνε η Ρωσία και ο Πούτιν. Όπως χαρακτηριστικά γράφει ο Economist, «εισβάλλοντας στην Ουκρανία, ο Βλαντιμίρ Πούτιν θα καταστρέψει τις ζωές ανθρώπων που βρίσκονται πολύ μακριά από τα πεδία των μαχών – σε βαθμό που ίσως και ο ίδιος το μετανιώσει».

Βεβαίως, όπως διευκρινίζει στη συνέχεια το κεντρικό άρθρο του περιοδικού, «ο πόλεμος πλήττει ένα παγκόσμιο διατροφικό σύστημα που ήδη έχει αποδυναμωθεί από την Covid-19, την κλιματική αλλαγή και το ενεργειακό σοκ». Κάτι που σημαίνει, πολύ πρακτικά, ότι οι αιτίες και οι τάσεις προϋπήρχαν και με τον πόλεμο τα πράγματα έγιναν χειρότερα.


Όχι, υπεύθυνες είναι οι κυρώσεις…

Κι εδώ, όμως, τα αντίπαλα στρατόπεδα επιρρίπτουν το ένα στο άλλο την ευθύνη: Η Δύση «δείχνει» τον αποκλεισμό των λιμανιών της Ουκρανίας και απαιτεί την άρση του, ειρηνικά ή δια της βίας, ενώ η Μόσχα ανταπαντά ότι φταίνε οι κυρώσεις – όπως λέει ότι συμβαίνει και στην περίπτωση της ενέργειας.

«Σταματήστε τον αποκλεισμό των λιμανιών στη Μαύρη Θάλασσα! Επιτρέψτε την ελεύθερη κυκλοφορία των πλοίων, των τρένων και των φορτηγών που μεταφέρουν τρόφιμα εκτός Ουκρανίας», αξίωσε χαρακτηριστικά ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών, Άντονι Μπλίνκεν. Η κρίση αυτή είχε ενσκήψει εδώ και καιρό και οι αιτίες της συμπεριλαμβάνουν την άνοδο του πληθωρισμού, τα προβλήματα στις εφοδιαστικές αλυσίδες και «την κερδοσκοπία στις δυτικές αγορές», αντιτείνει ο πρέσβης της Ρωσίας στον ΟΗΕ, Βασίλι Νεμπέζια.

Η αλήθεια είναι πως όσο διαρκεί αυτός ο τσακωμός τόσο περισσότερο πλησιάζει η στιγμή που δεκάδες χώρες, κυρίως φτωχές και του αναπτυσσόμενου κόσμου θα πουν κυριολεκτικά το ψωμί… ψωμάκι! Με ό,τι αυτό συνεπάγεται, φυσικά.

Economist: Δραματικές προβλέψεις

«Εάν, όπως είναι πιθανό, ο πόλεμος συνεχιστεί και οι προμήθειες από τη Ρωσία και την Ουκρανία είναι περιορισμένες, εκατοντάδες εκατομμύρια επιπλέον άνθρωποι θα βρεθούν σε κατάσταση φτώχειας. Πολιτικές αναταραχές θα προκληθούν, παιδιά θα δουν την ανάπτυξή τους να καθυστερεί και άνθρωποι θα λιμοκτονούν», γράφει ο Economist στο ίδιο άρθρο, δίνοντας δραματικούς τόνους.

Είναι γεγονός ότι ο ΟΗΕ και ο γενικός γραμματέας τους, Αντόνιο Γκουτέρες, καταβάλλουν ήδη προσπάθεια προκειμένου να βρεθεί ένας συμβιβασμός και να μην πεινάσει ο κόσμος. Από την αρχή, ωστόσο, έχει καταστεί σαφές ότι αυτό δεν μπορεί να γίνει χωρίς αμοιβαίες υποχωρήσεις – για παράδειγμα, η Μόσχα να επιτρέψει στα ουκρανικά σιτηρά να μεταφερθούν στις διεθνείς αγορές, παίρνοντας σε αντάλλαγμα την ελεύθερη κυκλοφορία των δικών της πλοίων και φορτηγών που μεταφέρουν λιπάσματα ή αντίστοιχα προϊόντα.

Είναι, άραγε, εφικτό κάτι τέτοιο; Πολύ δύσκολα, είναι η απάντηση. Πολύ απλά, διότι σε αυτή τη σύγκρουση, Δύση (κυρίως ΗΠΑ) και Ρωσία μοιάζουν να έχουν αποφασίσει να τα παίξουν όλα για όλα, αδιαφορώντας για τις τρομακτικές συνέπειες που θα προκληθούν στις οικονομίες και τις ανθρώπινες ζωές.

Αδιαφορία για τις ζωές

Ο Πούτιν, για του λόγου το αληθές, δεν διστάζει να ισοπεδώσει πόλεις και χωριά προκειμένου να πετύχει τους στόχους της «ειδικής στρατιωτικής επιχείρησης», όπως ο ίδιος ονομάζει τον γενικευμένο πόλεμο κατά της Ουκρανίας. Όπως δεν διστάζει να στείλει στον θάνατο χιλιάδες νέους της χώρας του, τους οποίους προφανώς θεωρεί αναλώσιμους και πολύ… μικρούς μπροστά στη «μεγάλη Ρωσία».

Οι Αμερικανοί, από την άλλη, με συμπαραστάτες τους Βρετανούς, τους Πολωνούς και ορισμένους άλλους Ευρωπαίους, θεωρούν πως βρήκαν την κατάλληλη ευκαιρία για να «κοντύνουν» τον Πούτιν και τη Ρωσία. Γι’ αυτό και αντί για διαπραγμάτευση στην υπόθεση των σιτηρών (ή της ενέργειας), σχεδιάζουν νέα κλιμάκωση, με την καταστροφή του ρωσικού στόλου της Μαύρης Θάλασσας.

Όσο για τις αγορές, η μετατροπή της ενέργειας και των βασικών διατροφικών ειδών σε χρηματιστηριακά προϊόντα επιβεβαιώνει κάτι που ουσιαστικά γνωρίζουν οι πάντες: Το κέρδος και όχι οι ανθρώπινες ζωές είναι πάνω από όλα.

Για όλους τους παραπάνω λόγους – και για πολλούς ακόμη – ο «πόνος» που προκαλεί ο πόλεμος στην Ουκρανία δεν θα περάσει γρήγορα. Το πιθανότερο, μάλιστα, είναι να γίνει ακόμη μεγαλύτερος. Εξάλλου, οι πραγματικοί αντίπαλοι είναι πολύ ισχυροί και δεν έχουν παίξει ακόμη όλα τους τα «χαρτιά».

Πηγή: ΟΤ