Τι κρατάει όρθια την οικονομία

Στο κείμενο με τις αναθεωρημένες προβλέψεις της Κομισιόν για την ελληνική και ευρωπαϊκή οικονομία, έγινε κάτι σπάνιο σε ό,τι αφορά τα ελληνικά δημόσια οικονομικά. Περιλαμβάνει εκτίμηση ότι το 2021 σε ένα σημαντικό βαθμό η ανάπτυξη προήλθε από την «αξιοσημείωτη ώθηση που υπήρξε στις ιδιωτικές επενδύσεις». Είναι εντυπωσιακό όταν συμβαίνει μια τέτοιου είδους ανατροπή, ειδικά στη χώρα που οι κάτοικοί της έχουν εκπαιδευτεί να λατρεύουν οτιδήποτε κρατικό. Σε αυτή τη χώρα, τον «μύλο συνεχίζει να τον κινεί» η ιδιωτική οικονομία. Και στο «παιχνίδι» έχουν μπει και μπαίνουν συνεχώς, πολλές νέες δουλειές που δημιουργούνται.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή λέει ότι αυτή η τάση παρά τα προβλήματα στην εφοδιαστική αλυσίδα και στα κατασκευαστικά κόστη, θα συνεχιστεί και το 2022. Οι ιδιωτικές επενδύσεις αναφέρει στην έκθεσή της ότι θα αναπτυχθούν με διψήφιο μάλιστα ποσοστό φέτος (+14,7%) και κατά 8,5% το 2023.

Σε συνδυασμό με το γεγονός, ότι ένα βασικό μας εξαγωγικό προϊόν, επίσης κατεξοχήν του ιδιωτικού τομέα, οι υπηρεσίες τουρισμού, παρά τις υφεσιακές και πληθωριστικές τάσεις, αναμένεται να συγκρατήσουν σε θετικό έδαφος την απασχόληση και θα συνεχίσουν να μειώνουν (με μικρότερο ρυθμό) την ανεργία.

Με αυτά και με αυτά, η ιδιωτική οικονομία όχι απλά έχει πάρει μπρος, αλλά κρατάει όρθιο το σύνολο της οικονομίας σε μια δύσκολη καμπή, όπου πολλά από όσα θεωρούσαμε δεδομένα πριν από έξι μήνες ανατρέπονται. Δραστήριοι επιχειρηματίες κάθε μεγέθους, κυρίως Ελληνες, εμπιστεύονται την Ελλάδα και παίρνουν το ρίσκο υλοποίησης επενδύσεων, σε μια εποχή υψηλής μεταβλητότητας και επικείμενων ανοδικών επιτοκίων. Παίρνουν το ρίσκο παρά τα «τύμπανα» του πολέμου και τις «σειρήνες» του λαϊκισμού. Τα πρώτα ηχούν στη διαπασών.

Οι δεύτερες αρχίζουν να κάνουν σταδιακά την εμφάνισή τους όσο περισσότερο μπαίνουμε στην προεκλογική περίοδο. Σε λίγο και αυτές θα καλύπτουν κάθε λογικό συνειρμό.

Ενώ συμβαίνουν όλα αυτά και πολλά άλλα, αποτέλεσμα είναι πολλές ευρωπαϊκές οικονομίες να τείνουν προς τη στασιμότητα. Εμείς, παρά τα δικά μας προβλήματα και ιδιαιτερότητες, βαστάμε. Προβλέπουμε στον αναθεωρημένο προϋπολογισμό ανάπτυξη 3,1%. Η Κομισιόν λέει θα πάμε καλύτερα. Θα αναπτυχθεί η ελληνική οικονομία με ρυθμό 3,5%, χαμηλότερα από το 4,9% των χειμερινών προβλέψεων που είχε κάνει πριν από τον πόλεμο, αλλά πάνω από τον μέσο όρο των συνολικών εκτιμήσεών της για τη ζώνη του ευρώ. Δεν το λες και λίγο.

Ακόμα πιο σημαντικό ότι πάει να το πετύχει φέτος η χώρα με τον πιο καθαρό και βιώσιμο τρόπο, σε πείσμα των οπαδών της αέναης ενίσχυσης της κατανάλωσης. Προφανώς οι καταναλωτικές δαπάνες είναι σημαντικές για μια οικονομία. Είναι ένδειξη ανάπτυξης, φτάνει να είναι αποτέλεσμα της ανάπτυξης. Αν συμβαίνει το αντίστροφο, δηλαδή ενισχύεται η κατανάλωση προκειμένου να έρθει ανάπτυξη, τότε αυτή είναι πρόσκαιρη. Τα είδαμε τα αποτελέσματα την περίοδο 2016-2019, όπου λεφτά έπεσαν πολλά στην κατανάλωση αλλά η τότε κυβέρνηση δεν έβλεπε με καλό μάτι τις ιδιωτικές επενδύσεις. Ανάπτυξη υπήρξε αλλά αναιμική και όχι βιώσιμη…