Ελπίδα: Ο χιονιάς, η κυβερνητική φθορά και… οι τρικλοποδιές του εκλογικού νόμου

Στην Ελλάδα δεν έχουμε Mid-Term elections, ώστε να υπάρχει το συμβολικό ορόσημο πότε ξεκινά ο πολιτικός κύκλος για τις επόμενες εκλογές. Όμως, μετά από 30 μήνες θητείας της κυβέρνησης Μητσοτάκη, είναι σαφές ότι έχουμε ξεπεράσει το σημείο καμπής που συνήθως ορίζει την εκκίνηση μιας πολιτικής ακολουθίας που ορίζοντα έχει τις εκλογές.

Άλλωστε, σε λίγους μήνες θα έχει συμπληρωθεί η τριετία της κυβέρνησης, σημείο που παραδοσιακά ορίζει την πλήρη είσοδο στη δυναμική της προεκλογικής περιόδου.

Με αυτή την έννοια πλέον τα όποια σημάδια κυβερνητικής φθοράς, ή αποδοκιμασίας συγκεκριμένων κυβερνητικών επιλογών από τους πολίτες, αποκτούν διαφορετική βαρύτητα σε σχέση με την αρχή της κυβερνητικής θητείας, όπου υπήρχε μεγαλύτερη επιείκεια και περισσότερος χρόνος για να διορθωθεί το πρόβλημα.

Πλέον, υπάρχει ο κίνδυνος τα προβλήματα να σωρεύονται και να παραμένουν ενεργά στη σκέψη των πολιτών μέχρι την ώρα της κάλπης.

Τα προβλήματα από τη διαχείριση της πανδημίας

Η κυβέρνηση θεώρησε ότι τα πήγε καλά στις πρώτες φάσεις της πανδημίας, σε τέτοιο βαθμό ώστε υπήρχαν και σενάρια για πρόωρες εκλογές το καλοκαίρι του 2020 ώστε με καθαρή εντολή και υπερβαίνοντας εύκολα το πρόβλημα του εκλογικού νόμου να εφάρμοζε το πρόγραμμά της.

Όμως, τώρα η χώρα μας δεν είναι πια η ζηλευτή εξαίρεση μέσα στην Ευρώπη. Οι στατιστικές ιδίως των θανάτων είναι χειρότερες από αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που είχαν υψηλό αριθμό θυμάτων, ιδίως σε χώρους φιλοξενίας ηλικιωμένων, κατά τη διάρκεια του πρώτου κύματος. Ακόμη χειρότερα, εξακολουθούμε ακόμη να έχουμε υψηλούς αριθμούς θανάτων κάθε μέρα, χωρίς ορατή διέξοδο.

Εάν σε αυτό προσθέσουμε, τη διάχυτη αίσθηση ανισότητας ανάμεσα στην Αθήνα και την επαρχία ως προς την πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας, το χάος συχνά με θέματα όπως τα σελφ τεστ, την κούραση από τα περιοριστικά μέτρα, διάφορες παλινωδίες ως προς την επικοινωνιακή διαχείριση, με τις αλλεπάλληλες αναγγελίες «θετικών προοπτικών» που μετά δεν υλοποιούνταν και έχουμε το υλικό μιας δυσαρέσκειας, που ήδη αποτυπώνεται και στην αρνητική αποτίμηση του κυβερνητικού έργου στις δημοσκοπήσεις.

Η σημασία των προβλημάτων στη διάρκεια της «Ελπίδας»

Πολλές φορές τα προβλήματα που προκύπτουν σε μια έκτακτη περίσταση δεν έχουν να κάνουν μόνο με το μέγεθος των προβλημάτων, αλλά και με τον τρόπο που μπορούν να λειτουργούν «μετωνυμικά».

Στη διάρκεια της «Ελπίδας» αυτό συμπυκνώθηκε στη κατάσταση της Αττικής Οδού και την αδυναμία ιδιωτικών αλλά και δημόσιων φορέων να μπορέσουν να ανταποκριθούν, στα σοβαρά προβλήματα σε διάφορες περιοχές, αλλά και στο ίδιο το γεγονός ότι προς στιγμή φάνηκε ότι η κυβέρνηση ασχολήθηκε περισσότερο με τη μεταφορά ευθυνών (στην ιδιωτική εταιρεία που διαχειρίζεται την Αττική Οδό, στον Περιφερειάρχη Αττικής, στον υπουργό Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας), παρά με την αντιμετώπιση προβλημάτων.

Το πρόβλημα συχνά σε τέτοια φαινόμενα είναι ακριβώς ότι υπάρχει ένα κατώφλι που από το μέγεθος της κακοκαιρίας, η προσοχή της κοινωνίας στρέφεται στην αδυναμία του κράτους να προσφέρει έναν κρίσιμο βαθμό προστασίας.

Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία γιατί ακόμη και εάν οι σύγχρονες κοινωνίες έχουν «μειωμένες προσδοκίες» σε ζητήματα όπως η ικανότητα του κράτους να προσφέρει αναδιανομή εισοδήματος ή εγγυάται την πλήρη απασχόληση, ωστόσο η προσδοκία ότι μπορεί ακόμη να προσφέρει προστασία έναντι κινδύνων παραμένει ενεργή.

Επιπλέον, το ίδιο το γεγονός ότι η ΝΔ επένδυσε σε μια αντίληψη της κυβερνητικής πρακτικής που έδινε ιδιαίτερη σημασία στον επιτελικό και κεντρικό ρόλο του ίδιου του πρωθυπουργού, σημαίνει ότι η δυσαρέσκεια δεν αποκεντρώνεται στους υπουργούς αλλά ενίοτε επικεντρώνεται στους υπουργούς.

Ο πληθωρισμός δεν είναι απλώς στατιστικό μέγεθος

Μέχρι τώρα η οικονομία φάνταζε ισχυρό χαρτί της κυβέρνησης. Η οικονομική ανάκαμψη ήταν υπαρκτή και η κυβέρνηση έδειξε να λαμβάνει υπόψη της την παράμετρο της οικονομίας στη διαχείριση της πανδημίας από ένα σημείο και μετά.

Όμως, πλέον υπάρχουν και σύννεφα και σε αυτόν τον τομέα. Η αύξηση του πληθωρισμού απειλεί να αναιρέσει την όποια θετική εικόνα, καθώς εξανεμίζει τα όποια οφέλη της ανάκαμψης της οικονομίας ιδίως για τα λαϊκά στρώματα και δεν αντισταθμίζεται από τις δεσμεύσεις για τον κατώτατο μισθό.

Το Ταμείο Ανάκαμψης μπορεί να γεννά αισιοδοξία στον επιχειρηματικό κόσμο, αλλά η μετατροπή και σε θετικό κοινωνικό κλίμα έχει να κάνει και με τον ρυθμό υλοποίησης και το βαθμό στον οποίο θα μετατρέπεται σε θέσεις εργασίας και αύξηση της οικονομικής δραστηριότητας.

Ενδημικά προβλήματα όπως η αυξημένη επισφάλεια, ιδίως των νέων εργαζομένων, ή η τάση να υποαμείβονται σε σχέση με τα αυξημένα προσόντα τους, δεν έχουν ακόμη αντιμετωπιστεί.

Το πρόβλημα της σχέσης με τη νεολαία

Σε όλα αυτά προστίθεται και ένα γενεαλογικό πρόβλημα. Η πρόσληψη της πολιτικής είναι διαφορετική στις ηλικίες κάτω των 35. Εκεί βρίσκεται μια γενιά που οι πολιτικές της παραστάσεις είναι διαφορετικές των μεγαλύτερων.

Σε αυτή τη γενιά, τα ζητήματα που αφορούν τα προβλήματα στην παιδεία, τα φαινόμενα κρατικού αυταρχισμού, τα ζητήματα δημοκρατικών δικαιωμάτων και δικαιωμάτων που αφορούν τις έμφυλες ταυτότητες, όπως και της επικείμενης κλιματικής καταστροφής έχουν ξεχωριστή βαρύτητα.

Και αυτό εξηγεί τη δυσκολία της κυβέρνησης να αποκτήσει αυξημένη επιρροή σε αυτά τα κομμάτια.

Η απουσία αντιπάλου δεν θα είναι διηνεκής

Η κυβέρνηση ωφελήθηκε σε σημαντικό βαθμό από το γεγονός ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, ως αξιωματική αντιπολίτευση, δεν μπόρεσε να λειτουργήσει ως το αντίπαλο δέος, είτε γιατί κουβαλούσε το βάρος της ευθύνης για τη δική του διαχείριση, είτε γιατί είχε τα εσωτερικά του προβλήματα, είτε γιατί δεν μπορούσε να προσφέρει πειστική εναλλακτική.

Όμως, αυτή δεν μπορεί να είναι μια διηνεκής συνθήκη. Κάποιες φορές, όταν αυξάνεται η δυσαρέσκεια για την κυβερνητική πολιτική, αρκεί να υπάρχει κάποιος να λειτουργήσει ως παραλήπτης και εκφραστής δυσαρέσκειας και αυτό θα μπορούσε να μεταφραστεί και σε ενίσχυση του ΣΥΡΙΖΑ.

Επιπλέον, τώρα υπάρχει και η παράμετρος της νέας ηγεσίας στο ΚΙΝΑΛ-ΠΑΣΟΚ. Η εκλογή του Νίκου Ανδρουλάκη έχει δώσει μέχρι τώρα μια δημοσκοπική ώθηση στο ΚΙΝΑΛ-ΠΑΣΟΚ, αν και μένει να δούμε εάν θα αντέξει στην πόλωση της προεκλογικής περιόδου.

Όμως, το γεγονός ότι υπάρχει ένας νέος ηγέτης, που δεν χρεώνεται τα προβλήματα της προηγούμενης περιόδου και διεκδικεί τον κρίσιμο χώρο του Κέντρου σε αντιπολιτευτική τοποθέτηση προς την κυβέρνηση (και όχι ως συνέχεια των μνημονιακών συνεργασιών) επίσης διαμορφώνει έναν χώρο υποδοχής δυσαρεστημένων από την κυβέρνηση ψηφοφόρων.

Η σημασία της πρότασης μομφής Τσίπρα

Η απόφαση Τσίπρα να προχωρήσει σε πρόταση μομφής στηρίζεται προφανώς σε μια εκτίμηση ότι αυτή τη στιγμή η κυβέρνηση έχει σημαντικό πολιτικό κόστος από τη διαχείριση ιδίως της κακοκαιρίας και άρα είναι μια ευκαιρία για τον ΣΥΡΙΖΑ να αναδειχτεί σε μια πειστική αντιπολιτευτική δύναμη.

Και είναι αλήθεια ότι ως ένα βαθμό είναι μια συγκυρία ευνοϊκή για τέτοιες τακτικές κινήσεις. Μπορεί η πρόταση μομφής να μην επηρεάζει τη συνοχή της κυβερνητικής παράταξης, όμως είναι σαφές ότι στη συζήτησή της ο πρωθυπουργός και τα άλλα μέλη της κυβέρνησης θα είναι αντικειμενικά αμυνόμενα και υποχρεωμένα να παραδεχτούν αδυναμίες, αστοχίες και ελλείψεις. Ταυτόχρονα, η συγκυρία προσφέρει μια ευκαιρία στον Αλέξη Τσίπρα να εκμεταλλευτεί το γεγονός ότι ο Νίκος Ανδρουλάκης δεν είναι μέλος του κοινοβουλίου, για να κατοχυρωθεί ως ο ηγέτης της αντιπολίτευσης.

Για την κυβέρνηση θα είναι μια αρκετά πιεστική συνθήκη, καθώς μετά από 30 μήνες διακυβέρνησης δεν θα είναι τόσο εύκολο να μεταφέρει την ευθύνη στις προηγούμενες κυβερνήσεις, ενώ η απόδοση ευθύνης στη ιδιωτικές εταιρείες που διαχειρίζονται υποδομές δεν μπορεί να μετατραπεί εύκολα σε δικαιολογία, στο βαθμό που μιλάμε για κυβέρνηση που ιδεολογικά ασπάζεται την ανώτερη αποτελεσματικότητα της ιδιωτικής πρωτοβουλίας.

Οι παγίδες του εκλογικού νόμου

Η Νέα Δημοκρατία κινήθηκε στο θέμα του εκλογικού νόμου με το σκεπτικό να εξασφαλίσει την επανεκλογή της με όρους αυτοδυναμίας και να υπερβεί το πρόβλημα της απλής αναλογικής που ψήφισε ο ΣΥΡΙΖΑ.

Ουσιαστικά ο σχεδιασμός ήταν απλός: όποτε γίνουν εκλογές, η ΝΔ είναι ένα κόμμα με καθαρή πρωτιά. Στο βαθμό που δεν μπορεί να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση και στον βαθμό που δεν μπορεί να διαμορφωθεί κυβέρνηση συνεργασίας ικανού αριθμού κομμάτων, θα πάμε σε νέες εκλογές.

Σε αυτές θα εφαρμοστεί ο δικός της εκλογικός νόμος, που ανάλογα με το αθροιστικό ποσοστό των κομμάτων που μένουν εκτός Βουλής, μπορεί να δώσει αυτοδυναμία ακόμη και με ένα ποσοστό 38% και ισχυρή πλειοψηφία στο 40%.

Όμως, το κλειδί σε έναν τέτοιο σχεδιασμό είναι ακριβώς ο «αέρας νίκης» του πρώτου γύρου και η γεωμετρία της αντιπολιτευτικής ψήφου.

Εάν το ποσοστό της ΝΔ στις πρώτες εκλογές αποτυπώνει σημαντική φθορά – να το πούμε σχηματικά δεν είναι ένα ποσοστό που στις δεύτερες εκλογές προσφέρει εξασφαλισμένη αυτοδυναμία – και εμφανίζεται ένα ισχυρό αντιπολιτευτικό μπλοκ (π.χ. ένα σημαντικό άθροισμα του ΣΥΡΙΖΑ και του ΚΙΝΑΛ-ΠΑΣΟΚ), τότε τα πράγματα γίνονται πιο περίπλοκα. Τα ερωτήματα για κυβέρνηση συνεργασίας, είτε από τον πρώτο γύρο, είτε από τον δεύτερο θα είναι πιο έντονα και η ίδια η πρωτιά με όρους που να προσφέρουν αυτοδυναμία στον δεύτερο γύρο δεν είναι δεδομένη. Σε αυτή την περίπτωση είναι σαφές ότι θα είμαστε στο άνοιγμα ενός νέου πολιτικού κύκλου.