Τι σηματοδοτεί η αντιπαράθεση στον ΣΥΡΙΖΑ για τα οργανωτικά και τον τρόπο εκλογής οργάνων;

Στην ιστορία της Αριστεράς το «οργανωτικό ζήτημα» πάντοτε αποτέλεσε ένα πεδίο σημαντικών αντιπαραθέσεων. Ερωτήματα όπως ο βαθμός και το είδος της εσωκομματικής δημοκρατίας, τα δικαιώματα των μελών να επηρεάζουν τη χάραξη πολιτικής, ο βαθμός ανεξαρτησίας της ηγεσίας απασχόλησαν συχνά τα μεγάλα εργατικά και αριστερά κόμματα.

Άλλωστε, μερικές από τις μεγαλύτερες αντιπαραθέσεις, πολιτικές και ιδεολογικές, αφορούσαν τέτοια ζητήματα, ήδη από την εποχή που η Ρόζα Λούξεμπουργκ διαφωνούσε με τον Λένιν για τα όρια της εξουσίας της ηγεσίας.

Αυτό σε μεγάλο βαθμό είχε να κάνει και με το πώς κανείς αντιμετώπιζε και την κομματική λειτουργία αλλά και το εάν έπρεπε να απεικονίζει στοιχεία μιας μελλοντικής κοινωνικής οργάνωσης, ή εάν οι απαιτήσεις του αγώνα επέβαλαν ένα είδος κομματικής πειθαρχίας που είχε περισσότερο να κάνει με τη λειτουργία του στρατού, παρά μια κοινωνία «ελεύθερων συνεταιριζόμενων παραγωγών».

Βεβαίως, αργότερα τα πράγματα άλλαξαν και τα κρίσιμα οργανωτικά ζητήματα έπαψαν να έχουν σχέση με ερωτήματα όπως οι απαιτήσεις της παρανομίας ή της επαναστατικής μετάβασης, αλλά με την εκλογική αποτελεσματικότητα και το πολιτικό μάρκετινγκ.

Ωστόσο, ενώ πάντοτε στα «αστικά» κόμματα (συμπεριλαμβανομένων και των σοσιαλδημοκρατικών από ένα σημείο και μετά) μια ορισμένη λογική διάκρισης ανάμεσα στην ηγεσία και τη βάση (ακόμη και όταν υιοθέτησαν πρακτικές όπως τα κομματικά συνέδρια) παρέμενε, στην Αριστερά πάντοτε αναδύονταν ζητήματα δημοκρατίας και συμμετοχής.

Αυτό είχε να κάνει και με το γεγονός ότι ενώ τα «αστικά» κόμματα ήταν πάντοτε κόμματα προσανατολισμένα στη διαχείριση ενός κρατικού μηχανισμού με σαφείς ιεραρχικές δομές, τα αριστερά κόμματα ήταν συνήθως κόμματα αντιπολίτευσης που στηρίζονταν πολύ περισσότερο σε έναν ισχυρό κομματικό μηχανισμό. Γι’ αυτό και παρότι είχαν συχνά ισχυρές ηγετικές φυσιογνωμίες, αυτές ποτέ δεν είχαν τον βαθμό αυτονομίας που είχαν οι ηγέτες των αστικών κομμάτων.

Η ιδιοτυπία του ΣΥΡΙΖΑ

Ωστόσο, η περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι αυτή ενός ακόμη αριστερού κόμματος. Όχι γιατί δεν αυτή η πολιτική κουλτούρα των περισσότερων μελών και στελεχών του κόμματος. Αλλά γιατί στο ΣΥΡΙΖΑ υπήρξε μια τομή που ήταν η εκλογική του εκτίναξη προς την εξουσία και τη διακυβέρνηση.

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ένα σχετικά μικρό κόμμα, που ποτέ δεν έφτασε μεγέθη ανάλογα με την εκλογική του επιρροή, κατά βάση δομημένο γύρω από διάφορες ιδεολογικές τοποθετήσεις της Αριστεράς, βρέθηκε να γίνεται «κόμμα του κράτους», τόσο με τη γενική έννοια που συναντάμε στην πολιτική θεωρία όσο και με την πολύ πρακτική ότι ένα πολύ μεγάλο μέρος των κομματικών στελεχών έγιναν στελέχη του κράτους.

Την ίδια στιγμή ως «κόμμα του κράτους» έπαψε να είναι ένα κόμμα μηχανισμού. Ήταν πρώτα και κύρια ένα κόμμα ηγεσίας. Και αυτό γιατί το μεγαλύτερο μέρος του εκλογικού ακροατηρίου δεν είχε μια «οργανική» σχέση με τον ΣΥΡΙΖΑ, δηλαδή δεν γνώριζε κομματικές οργανώσεις, ούτε εμπλεκόταν με κομματικές παρατάξεις του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά κάτι βάση ψήφιζε τον ΣΥΡΙΖΑ επειδή συμφωνούσε με τη γενική του πολιτική παρουσία και επειδή τον ενέπνεε η πολιτική παρουσία του Αλέξη Τσίπρα, ή πιο σωστά ο τρόπος που κάλυπτε ένα πολιτικό κενό.

Η σύγκρουση ανάμεσα σε δύο ερμηνείες για τη δυναμική του ΣΥΡΙΖΑ

Στην περίπτωση της τρέχουσας συζήτησης είναι σαφές ότι έχουμε μια σύγκρουση ανάμεσα σε δύο διαφορετικές οργανωτικές απόψεις και ταυτόχρονα δύο διαφορετικές προσεγγίσεις για το τι συνιστούσε (και συνιστά ακόμη) τη δυναμική του ΣΥΡΙΖΑ.

Η μία άποψη, ας πούμε σχηματικά αυτή που εκπροσωπεί ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας, υποστηρίζει ότι το κόμμα χρειάζεται να αποκτήσει ορισμένες από τις πρακτικές που εξασφαλίζουν ότι τα κόμματα εξουσίας «επικοινωνούν» με τη βάση, όπως είναι η απευθείας εκλογή της ηγεσίας από τη βάση.

Η αντίληψη αυτή κυριαρχεί στην Ευρώπη και ακολουθεί το αμερικανικό πρότυπο των primaries, καθώς θεωρείται ότι επιτρέπει να αισθάνεται η βάση ότι έχει λόγο, αυτή να διευρύνεται και βεβαίως να υπάρχει και η ανάλογη επικοινωνιακή κινητικότητα κατά την περίοδο ανάδειξης τα ηγεσίας, κάτι που φάνηκε και στη διαδικασία εκλογής νέου ηγέτη του ΚΙΝΑΛ-ΠΑΣΟΚ.

Η τοποθέτηση αυτή στηρίζεται στην ερμηνεία ότι η σχέση του ΣΥΡΙΖΑ με το ακροατήριό του είναι κατά βάση εκλογική, δηλαδή στηρίζεται στη σχέση ανάμεσα σε μια ηγεσία και το κοινό της, με μικρό βαθμό διαμεσολάβησης από τον κομματικό μηχανισμό.

Η δεύτερη άποψη, αυτή που εκφράζει η εσωκομματική αντιπολίτευση, στην τρέχουσα «ενοποιημένη» εκδοχή της, υποστηρίζει το βασικό είναι να ενισχυθεί το κόμμα, να γίνει πιο συμμετοχικό και δημοκρατικό, να έχουν μεγαλύτερο λόγο αυτοί που αποτελούν τον ΣΥΡΙΖΑ στην κοινωνία και τα κινήματα. Επομένως, χρειάζεται εκλογή των οργάνων από Συνέδριο έτσι ώστε να μπορεί να ενεργοποιηθεί καλύτερα η βάση, αλλά και να μπορέσει ο ΣΥΡΙΖΑ να παραμείνει ένα κόμμα ιδεολογικών αρχών.

Η άποψη αυτή εκτιμά ότι η σχέση του ΣΥΡΙΖΑ με την εκλογική του βάση στηρίζεται ακριβώς στο ότι ήταν ένα κόμμα διαφορετικό, με στοιχεία ενός ριζοσπαστικού προγράμματος που αντανακλούσε πλευρές μιας κριτικής στον κυρίαρχο νεοφιλελευθερισμό.

Η συζήτηση για την ατζέντα της επόμενης μέρας

Προφανώς και όλα αυτά είναι και μετωνυμικές τοποθετήσεις για τη συζήτηση για το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ, ή, πιο σωστά, το ιδεολογικό του στίγμα.

Στην πρώτη περίπτωση το ιδεολογικό ζήτημα θεωρείται λίγο πολύ λυμένο, με την έννοια ότι ο ΣΥΡΙΖΑ αντιμετωπίζεται ως λίγο πολύ ένα σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, που αυτή τη στιγμή πρέπει κυρίως να επενδύσει στη δυσαρέσκεια για την κυβερνητική πολιτική.

Στη δεύτερη περίπτωση διατυπώνεται το αίτημα για μια αναζήτηση μιας πιο προγραμματικής τοποθέτησης, αν και αυτό παραμένει κάπως ασαφές καθώς στις περισσότερες περιπτώσεις και εδώ οι προτάσεις δεν είναι πολύ διαφορετικές από μια παραλλαγή αριστερής σοσιαλδημοκρατίας.

Όλα αυτά σχετίζονται επίσης και με το είδος των «προσώπων» που πρέπει να προβληθούν. Εάν για παράδειγμα αυτά θα πρέπει να είναι κυρίως στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ ή στελέχη που θα εκπροσωπούν τη «διεύρυνση», είτε προς τον ιστορικό χώρο του ΠΑΣΟΚ είτε προς «προσωπικότητες» ή «ειδικούς».

 

Η πραγματικότητα είναι πάντα πιο διαφορετική

Όμως, σε όλα αυτά μπορεί κανείς να παρατηρήσει σχηματοποιήσεις σε όλες τις πλευρές.

Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν εκτινάχτηκε εκλογικά επειδή είχε έναν μηχανισμό γειωμένο στην κοινωνία, ούτε επειδή απαραίτητα έπεισε για το πρόγραμμά του. Σε μια συγκυρία βαθιάς κοινωνικής κρίσης που διέλυσε τις εκπροσωπήσεις των «συστημικών» κομμάτων και πρωτίστως του ΠΑΣΟΚ, με ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας να εξεγείρεται κατά των μνημονίων, έδωσε εκλογικό σχήμα και κυβερνητική προοπτική σε αυτό το ισχυρότατο έστω και αντιφατικό αίτημα αλλαγής.

Ωστόσο, σε αντίθεση με το ΠΑΣΟΚ το 1981, ο ΣΥΡΙΖΑ του 2015 δεν εκπροσωπούσε ένα σύνολο επεξεργασμένων και ιστορικά διαμορφωμένων στόχων, πέραν του γενικού αιτήματος απαλλαγής από τα μνημόνια, κάτι που φάνηκε και στη δυσκολία που είχε στην κυβερνητική διαχείριση, πέραν των εμποδίων της Τρόικα. Ούτε και μπόρεσε να έχει έναν «μορφωτικό» ρόλο απέναντι στο εκλογικό του ακροατήριο, μεγάλο μέρος από το οποίο δεν είχε σχέση με την αριστερά ιδεολογία (σε αντίθεση με την παλαιότερη ικανότητα της Αριστεράς από την Αντίσταση μέχρι τη Μεταπολίτευση να «εκπαιδεύει» τις λαϊκές τάξεις και να κατακτά έτσι μια ηγεμονική θέση).

Η ίδια η τριβή με την εξουσία και βεβαίως το ίδιο το γεγονός ότι έστω και «εκβιαζόμενος» ο ΣΥΡΙΖΑ εφάρμοσε μια νεοφιλελεύθερη πολιτική δεν έκανε τα πράγματα καλύτερα μετά το 2015.

Σε αυτό το φόντο, η αντιπαράθεση γύρω από το οργανωτικό δείχνει εν μέρει και ως αδυναμία να απαντηθεί το πραγματικό ερώτημα για τον ΣΥΡΙΖΑ που είναι πώς και σε ποια βάση μπορεί να ανακτήσει μια ευρύτερη κοινωνική υποστήριξη, ιδίως σε μια συγκυρία όπου θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί μια διευρυνόμενη κοινωνική δυσαρέσκεια. Μόνο που αυτό σημαίνει και αναμέτρηση με τα προγραμματικά ερωτήματα, δηλαδή την διατύπωση θέσεων που να συνιστούν όντως εναλλακτική πρόταση και βέβαια αναμέτρηση όχι απλώς με το ερώτημα της δημοκρατικής οργάνωσης αλλά της πραγματικής οικοδόμησης σχέσεων εκπροσώπησης που να υπερβαίνουν την απλή εκλογική αναφορά.