Victim blaming: Το «ξέπλυμα» του βιασμού

Μια 24χρονη κοπέλα ξυπνάει στο δωμάτιο ενός πολυτελούς ξενοδοχείου με βγαλμένο εσώρουχο. Δεν ξέρει τι της έχει συμβεί, δεν θυμάται πώς βρέθηκε εκεί. Η τελευταία της ανάμνηση από το προηγούμενο βράδυ είναι ένα πρωτοχρονιάτικο πάρτι σε μια σουίτα μερικούς ορόφους πιο πάνω – ένα πάρτι από το οποίο έφυγε σε κατάσταση σοβαρής μέθης.

Η κοπέλα καταλαβαίνει πως έχει πέσει θύμα βιασμού και το πρώτο πράγμα που κάνει είναι να πάει στην Αστυνομία για να το καταγγείλει. Περίπου δεκαπέντε μέρες μετά, το προφίλ των φερόμενων δραστών γίνεται δημόσιο και η υπόθεσή της παίρνει διαστάσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Επειτα από μια χρονιά στην οποία μετρήσαμε 17 γυναικοκτονίες, η κοινή γνώμη ταυτίζεται ευκολότερα με το θύμα.

Ομως η άλλη πλευρά είναι πάντα εκεί για να ψιθυρίσει: τι γύρευε το κορίτσι στη σουίτα; Δεν ξέρει πως τέτοιες προσκλήσεις κρύβουν κι άλλες, λιγότερο αθώες, από πίσω; Δεν καταλαβαίνει πως έδωσε δικαιώματα;

Η υπόθεση στη Θεσσαλονίκη και ο βιασμός της Γεωργίας πήρε διαστάσεις λόγω των δραστών, του εύρους του δικτύου που φαίνεται πως κρύβεται από πίσω, αλλά και λόγω του δικού της θάρρους να μιλήσει δημόσια για όσα της συνέβησαν, εκθέτοντας το όνομα και το πρόσωπό της – μια πράξη που πρώτη φορά γίνεται στην Ελλάδα. Δεν είναι όμως η πρώτη υπόθεση βιασμού στην οποία το θύμα κατηγορείται πως δεν πρόσεξε αρκετά ή, χειρότερα, πως πήγαινε γυρεύοντας.

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, από το 2010 έως το 2020, 2.377 γυναίκες έχουν πέσει θύματα βιασμού ή απόπειρας βιασμού – και μιλάμε μόνο για τα περιστατικά που βρήκαν το θάρρος να πάνε στην Αστυνομία.

Υπάρχουν βιασμοί που καταγγέλλονται αμέσως και έτσι οι υποθέσεις εξιχνιάζονται ευκολότερα. Οσο όμως περνούν τα χρόνια και ο βιασμός σταματάει να είναι έγκλημα – ταμπού, τα θύματα δεν νιώθουν πια την ίδια ντροπή και μιλούν, βγάζοντας κι άλλες, καλά κρυμμένες, περιπτώσεις στην επιφάνεια – μία από αυτές μόλις πριν από λίγους μήνες στο Αγρίνιο, όταν το ενήλικο πια θύμα κατέθεσε πως ως ανήλικη είχε βιαστεί από ιερέα της περιοχής.

Εξουσιαστική σχέση

«Ολα σ’ αυτόν τον κόσμο έχουν να κάνουν με το σεξ. Εκτός από το ίδιο το σεξ, που έχει να κάνει με την εξουσία». Το σεξ χωρίς συναίνεση, αν πιστέψει κανείς αυτή τη ρήση του Οσκαρ Ουάιλντ, είναι η επιτομή αυτής της εξουσιαστικής σχέσης που περνάει σε άλλο επίπεδο και δημιουργεί θύτες και θύματα – είναι τρόπος επιβολής και βίαιης επιβεβαίωσης, που ελάχιστα έχει να κάνει με τη σεξουαλική επιθυμία.

Τα περισσότερα θύματα είναι γυναίκες και η ενοχοποίησή τους (ο αγγλικός διαδεδομένος όρος victim blaming) έχει να κάνει με το είδος του εγκλήματος, αλλά και με τη νοοτροπία, που σε μεγάλο βαθμό δεν έχει αλλάξει. Στο Πανεπιστήμιο της Γιούτα διαπίστωσαν, έπειτα από σχετική έρευνα, πως μια γυναίκα ακούει το πρώτο σεξιστικό σχόλιο της ζωής της σε πολύ νεαρή ηλικία.

Ακόμα και το 2022, μια γυναίκα που λέει «όχι» σε μια πρόταση κερδίζει εύκολα τη φήμη της δύσκολης και απρόσιτης. Κι αυτό, αν την πιστέψουν – αλλιώς ερμηνεύουν το «όχι» ως εκκολαπτόμενο «ναι», ως εργαλείο διαπραγμάτευσης από τη γυναικεία πλευρά, μια τακτική που χρησιμοποιεί με σκοπό να «χειριστεί» μια κατάσταση προς όφελός της. Ακόμα και στις πιο βαθιές θρησκευτικές ρίζες μιας κοινωνίας, που αφήνουν αναπόφευκτα σημάδια στον ιστό της, η γυναίκα έχει συνδεθεί με την αμαρτία και την επιβεβαίωση: άρα όταν μια γυναίκα βιάζεται, θα υπάρξουν αυτοί που θα ισχυριστούν πως φταίει γιατί έχει προκαλέσει.

Η ερώτηση «τι ρούχα φορούσες;» έχει ακουστεί πολλές φορές, ακόμα και σε αίθουσες δικαστηρίων, χρησιμοποιείται ως άλλοθι στην υπερασπιστική γραμμή των θυτών.

Η ίδια «γραμμή» εμφανίζεται ενίοτε και στα ΜΜΕ ή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, με χρήστες που κρατούν αποστάσεις από τις διηγήσεις του θύματος ή που υπενθυμίζουν πόσο δύσκολο είναι να επιβεβαιωθεί ένας βιασμός για να δικαιωθεί το θύμα. Ακόμα πιο δύσκολο, βέβαια, το κάνει η γραφειοκρατία: η Γεωργία, στην υπόθεση της Θεσσαλονίκης, έκανε τοξικολογικές εξετάσεις την ίδια νύχτα, όμως χρειάστηκε να περιμένει τρεις μέρες για να της γίνει ιατροδικαστική εξέταση, πράγμα που σημαίνει ότι για τρεις μέρες μετά τον βιασμό της δεν μπορούσε να κάνει μπάνιο.

Από γυναίκες

Το πιο σημαντικό στοιχείο του victim blaming είναι πως ο εσωτερικευμένος μισογυνισμός δεν αγγίζει μόνο τους άντρες, αλλά και τις γυναίκες που παρακολουθούν τις εξελίξεις τέτοιων υποθέσεων. Πολλές φορές εκείνες είναι που κάνουν τις πιο σκληρές ερωτήσεις για τα «πώς» και τα «γιατί», αμφισβητώντας τις μαρτυρίες των θυμάτων ή απαξιώνοντάς τες, γιατί «αποκλείεται να μην ήξερε πού έμπλεκε». Σε άλλες περιπτώσεις, είναι εκείνες που αναρωτιούνται γιατί ένα θύμα «δεν έφευγε» ή γιατί «δεν μίλησε νωρίτερα», αφήνοντας να εννοηθεί πως η οποιαδήποτε καθυστέρηση είναι λάθος που του καταλογίζεται στην εκάστοτε εξέλιξη της υπόθεσης.

Ο φόβος, πάντως, γεννάει και τις προειδοποιήσεις προς τα θύματα, που τους απευθύνονται κι αυτές κατά κύριο λόγο από άλλες γυναίκες. Πολλές φορές, όμως, δεν είναι ούτε αυτές αθώες, γιατί τις περισσότερες φορές έρχονται εκ των υστέρων και μεταθέτουν στα θύματα, έστω και αθέλητα, ένα μερίδιο από την ευθύνη των όσων υπέστησαν.

Οι γυναίκες που γνωρίζουν ότι ακόμα και η μοναχική επιστροφή στο σπίτι αργά το βράδυ μπορεί να μην είναι ακίνδυνη έχουν μάθει να αυτοπροστατεύονται και να προσέχουν διπλά. Το σημαντικό είναι να μη βρεθούν σε θέση κινδύνου – είτε αυτή είναι η πιλοτή μιας πολυκατοικίας είτε ένα πάρτι σε σουίτα. Η διαφορά της προειδοποίησης μεταξύ της πρώτης περίπτωσης και της δεύτερης είναι η πρόθεση: όσο «προειδοποιείται» ένα θύμα πως δεν πρέπει να διασκεδάζει, η απόφασή του τελικά να ζήσει χωρίς φόβο τού αποδίδει έμμεσα ευθύνη.

Η επιμονή στις προειδοποιήσεις προς τα νεαρά κορίτσια και η εκπαίδευσή τους στα ασφαλή περιβάλλοντα δημιουργούν και ένα δεδομένο που δεν αντιμετωπίζει στη ρίζα τους τις σεξουαλικές κακοποιήσεις – η ίδια εκπαίδευση δεν δίνεται στα αγόρια, που ενίοτε μαθαίνουν από πολύ νεαρή ηλικία πως η σεξουαλική επιβολή και η μη αποδοχή της άρνησης επιβεβαιώνουν τον ανδρισμό τους. Ετσι τα κορίτσια φοβούνται, όμως τα αγόρια δεν μαθαίνουν όρια, δεν μαθαίνουν να αναγνωρίζουν τη συναίνεση και στο τέλος μπορούν εύκολα να εξελιχθούν σε θύτες. Στο τέλος, οι ιστορίες επαναλαμβάνονται και τα θύματα αναγκάζονται να αποδείξουν και πάλι πως δεν έφταιγαν. Γιατί σημασία δεν έχει πού ήταν και τι έκανε το θύμα όταν κακοποιήθηκε, αλλά πως ο θύτης δεν σταμάτησε στο «όχι».