Οι «αόρατοι» άθλιοι του Ελαιώνα

Του Άγγελου Σκορδά

Στους «Αθλιους» του, ο Ουγκώ είχε βάλει τον Γιάννη Αγιάννη να αναρωτιέται αν η ανθρώπινη κοινωνία έχει το δικαίωμα να εξαναγκάζει τα μέλη της να υπομένουν, στη μια περίπτωση, την παράλογη απρονοησία της, ή, στην άλλη, την άσπλαχνη πρόνοιά της. Το ερώτημα αυτό, διαχρονικό και πανανθρώπινο, βρίσκει εφαρμογή κάθε που υποκείμενα σε ανάγκη, όπου γης, είναι αναγκασμένα να κρατηθούν – προκειμένου έστω και να επιβιώσουν – από ανθρώπινο χέρι σε προνομιακή θέση.

Εκατόν εξήντα χρόνια μετά, σε μία ευημερούσα σε γενικές γραμμές Ευρώπη, οι άθλιοι δεν είναι πια ντόπιοι. Προέρχονται κυρίως από τις άλλοτε αποικίες των άλλοτε υπερδυνάμεων. Και σαν ειρωνεία (ή σαν Νέμεσις της Ιστορίας) στρέφονται σε αυτές για να επιβιώσουν. Στο ταξίδι τους, ωστόσο, αναπόφευκτα περνούν από άλλες, μικρότερες – περιφερειακές τις λέμε αυτάρεσκα – δυνάμεις, που και αυτές έχουν κατά καιρούς (όχι στο τόσο μακρινό παρελθόν) γεννήσει τους δικούς τους άθλιους.

Το ενδιαφέρον εδώ, λοιπόν, εστιάζεται στο πώς οι απόγονοι των γηγενών πρώην αθλίων επιλέγουν να αντιμετωπίσουν τους νυν. Η διαπίστωση ότι για την πλειονότητά τους, συμπεριλαμβανομένων πρωτίστως των συντεταγμένων Πολιτειών, αποτελούν απλώς αριθμούς είναι αποκαρδιωτική. Μία βόλτα ανά πάσα στιγμή στις «συνοικίες» που έχουν δημιουργηθεί αποκλειστικά για την – οριακή – στέγαση τους αρκεί για να επιβεβαιώσει ότι, πλην ελαχίστων περιστάσεων, παραμένουν «αόρατοι».

Μια τέτοια συνοικία έχει αναπτυχθεί και στον Ελαιώνα, εκεί όπου η παράλογη απρονοησία της ανθρώπινης κοινωνίας – εν προκειμένου της ελληνικής / ευρωπαϊκής – συναντά την άσπλαχνη πρόνοιά της. Πέριξ του καμπ, που στήθηκε πρόχειρα το δύσκολο καλοκαίρι του 2015, έχει πια ξεπεταχτεί μια φτωχογειτονιά που δραπετεύει από τα όρια των ψηλών μαντρότοιχων της δομής. (Το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα, άλλωστε, ενός τέτοιου ανθρώπινου οικοσυστήματος αποτέλεσε η Μόρια – την ντροπή που κληροδότησε η οποία μάλλον δεν έχει ακόμα πλήρως μεταβολίσει η Ευρώπη)

Ακτινογραφία της τραγωδίας

Σύμφωνα με έκθεση που συνέταξαν πρόσφατα το Ελληνικό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες, το Κέντρο «Διοτίμα» και η International Rescue Committee, 26,7% των ερωτηθέντων αιτούντων άσυλο στην Ελλάδα δήλωσαν ότι διέμεναν στον δρόμο, σε εγκαταλειμμένα κτίρια ή μετακινούνταν διαρκώς λόγω έλλειψης σταθερής κατοικίας, ενώ τέσσερις στους 10 περιέγραψαν τις συνθήκες στέγασής τους ως «κακές» ή «πολύ κακές».

Αντίστοιχα, οι υπηρεσίες του Ελληνικού Συμβουλίου για τους Πρόσφυγες έλαβαν από τις αρχές του 2020 ως τον Νοέμβριο του 2021 αιτήματα υποστήριξης από 1.461 άτομα που καταγράφηκαν ως άστεγα ή/και διαμένοντα σε καταλήψεις, μεταξύ των οποίων γυναίκες, θύματα εμπορίας ανθρώπων και ασυνόδευτα παιδιά.

Κατά τον Σπύρο Βλαντ Οικονόμου, υπεύθυνο Προάσπισης Θέσεων του Συμβουλίου, πρόσφυγες και δικαιούχοι προστασίας στην Ελλάδα όλο και συχνότερα επιστρέφουν στους καταυλισμούς ή γύρω από αυτούς. «Πρόκειται για μια τάση που παρατηρούμε ιδιαίτερα τον τελευταίο έναν χρόνο», λέει στα «ΝΕΑ», εξηγώντας ότι δεν αφορά μόνο την περιοχή της Αττικής, και συνεχίζει: «Εχουμε ανθρώπους, πιθανόν κάποιες χιλιάδες – ακριβής αριθμός δεν υπάρχει καταγεγραμμένος – που λόγω έλλειψης εναλλακτικών καταλήγουν εκ νέου σε καταυλισμούς, ώστε να εξασφαλίσουν ένα πιάτο φαγητό».

Πίσω στον Ελαιώνα: Ανάμεσα σε βιομηχανικά κτίρια, κατά τόπους οργιώδη βλάστηση (που ξεπηδά ακόμα και από τα τσιμέντα), συνεργεία, εγκαταλελειμμένα χαμόσπιτα (που κάποτε στέγασαν ντόπιους αόρατους άθλιους), σωρούς από μπάζα, αποθήκες εν πλήρη λειτουργία, ξέφωτα, αλάνες, ρέματα (που ποτέ δεν τσιμεντοποιήθηκαν και δίνουν μια ιδέα της όμορφης αττικής γης), καντίνες και δαιδαλώδεις χωματόδρομους, στριμώχνεται η κοινωνική ζωή μερικών δεκάδων οικογενειών που πριν από χρόνια βρέθηκαν δίπλα μας.

Αλλες σύσσωμες και άλλες κουτσουρεμένες από κάποια τραγωδία, είτε στην πατρίδα τους είτε στον δρόμο προς την επιθυμητή νέα πατρίδα τους, έχουν κολλήσει σε έναν λασπότοπο που καλά-καλά ούτε οι πιο γκάγκαροι Αθηναίοι δεν γνωρίζουν.

Για τους αμύητους, η μεγάλη εικόνα της ιδιότυπης γειτονιάς του «Eleonas Camp», όπως το λένε οι διαμένοντες εντός και πέριξ αυτού, συμπυκνώνεται στη στάση «Δημαράκη» επί της οδού Αγίου Πολυκάρπου, όχι περισσότερα από 100 με 200 μέτρα από την είσοδό του. Οταν το 813 ξεφορτώνει – περίπου ανά μία ώρα – άνδρες, γυναίκες και παιδιά, από τη βρεφική μέχρι την εφηβική ηλικία, διανύουν την απόσταση, μέχρι να φτάσουν, σε μικρά μπουλούκια, σε αυτό που αποκαλούν «σπίτι». Αφρικανές και αράβισσες μανάδες σπρώχνουν αργά τα καρότσια με τα μωρά τους (που πιθανότατα γεννήθηκαν στην Ελλάδα) ή κρατούν νήπια από το χέρι μέχρι την πύλη και συζητούν, δείχνοντας αδιάφορες ή συνηθισμένες στο άγριο τοπίο γύρω τους.

Μεσήλικες και νεαροί από τη Μέση Ανατολή που για κάποια υπόθεσή τους (ένα μεροκάματο ή μια από τις πολλές επισκέψεις στις υπηρεσίες ασύλου – ποιος ξέρει για τι) είχαν από βραδύς ξεκινήσει για το κοντινό αλλά ταυτόχρονα ξένο κέντρο της πόλης, μιλούν στο τηλέφωνο δυνατά πριν κι αυτοί χαθούν πίσω από τη μάντρα του καμπ. Στη σύντομη διαδρομή κάποιοι σταματούν στα μηχανοκίνητα μανάβικα των Ρομά, που καθημερινά βρίσκονται παρκαρισμένα ακριβώς απέξω, αγοράζουν τα χρειώδη για το νοικοκυριό τους και ακολουθούν τους υπόλοιπους.

«Κέντρα ανακύκλωσης»

Στην ευρύτερη περίμετρο του Κέντρου «Φιλοξενίας» Προσφύγων Ελαιώνα, τώρα, φτωχοδιάβολοι, μοναχικά και σιωπηλά, σπρώχνουν μεγάλα μεταλλικά καρότσια φορτωμένα μέχρι επάνω με χαρτόνια ή ευτελή μέταλλα κάθε λογής ως τις πολλές βιοτεχνίες επεξεργασίας σκραπ της περιοχής – «κέντρα ανακύκλωσης», όπως επιμένουν να τις ονομάζουν οι ιδιοκτήτες τους. Αφού ξεφορτώσουν και πληρωθούν, χάνονται στα στενά.

Παραδίπλα, πάνω σε ένα λοφάκι από υλικά κατεδαφίσεων, εν είδει άμβωνος, ένας αφρικανός πάστορας δίνει τον ρυθμό προσευχών με ένα φτηνό ηχείο και ένα μικρόφωνο. Το ολιγομελές ποίμνιό του πότε σιγοτραγουδά και χτυπάει παλαμάκια και πότε κάθεται στα πολύχρωμα πλαστικά σκαμπό, παρακολουθώντας με προσήλωση όσα έχει να τους πει, ενδεχομένως για την πίστη, την ελπίδα και την αγάπη προς τον πλησίον.

Τα κατάπληκτα βλέμματα των -έτσι κι αλλιώς – ελαχίστων περαστικών από αυτά τα μέρη (όπως τα δικά μας που έτυχε να βρεθούμε εκεί ένα απόγευμα Τετάρτης) δεν δείχνουν να τους απασχολούν. Οπως δεν τους απασχολεί και ότι η εκκλησία τους περιβάλλεται από έναν αστικό σκουπιδότοπο, σκελετούς αυτοκινήτων και μισογκρεμισμένα κτίρια-καταφύγια αστέγων με κοινή μοίρα με τη δική τους.

Η ελπίδα που διδάσκει η γκόσπελ τους, τα πλαστικά σκαμπό, το φτηνό κινέζικο ηχείο και η σιγουριά στα λόγια του πάστορα για τον Παράδεισο αρκούν. Είναι, εξάλλου, «αόρατοι». Οπως και η εκκλησία τους.