Η ελληνική γλώσσα στο διάβα του χρόνου – Ο υλικός και πνευματικός πολιτισμός των Ινδοευρωπαίων (Μέρος Δ’)

Έχοντας κατά νουν τους περιορισμούς που εκθέσαμε με συντομία στα δύο τελευταία άρθρα της ενότητας που αφορά την εξέταση του ινδοευρωπαϊκού πολιτισμού (27 Δεκεμβρίου 2021 και 11 Ιανουαρίου 2022), μπορούμε να προβούμε στη συνοπτική παρουσίαση του τμήματος εκείνου του ινδοευρωπαϊκού λεξιλογίου που μας προσφέρει πληροφορίες σχετικά με τον υλικό πολιτισμό των Ινδοευρωπαίων.

Εν πρώτοις, η αποκατάσταση ενός αριθμού λεξιλογικών στοιχείων που σχετίζονται με το άρμα και την άμαξα ενισχύει μέχρις ενός σημείου τον ισχυρισμό αρκετών μελετητών ότι οι Ινδοευρωπαίοι ήταν ένας ημινομαδικός λαός που βασιζόταν στην τροχήλατη μετακίνηση. Επίσης, σε όλο το φάσμα των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών μαρτυρούνται κοινές λέξεις για τις έννοιες «αγελάδα», «πρόβατο», «άλογο», «χοίρος» και «σκύλος», γεγονός που υποδηλώνει ότι οι Ινδοευρωπαίοι είχαν ίσως στην κατοχή τους εξημερωμένα ζώα.

Εξάλλου, πιθανολογείται ότι οι Ινδοευρωπαίοι κατάφεραν να προσποριστούν οφέλη από τη γνωστή στη διεθνή βιβλιογραφία ως «επανάσταση των δευτερογενών προϊόντων» (secondary products revolution). Εν προκειμένω, αποκαταστάθηκαν λεξιλογικά στοιχεία της ινδοευρωπαϊκής για έννοιες που συνδέονται με την παρασκευή τυριού και βουτύρου, τη μελισσοκομία, την απόσταξη και τη ζύμωση, καθώς και την κατασκευή μάλλινου υφάσματος για ένδυση. Παρά ταύτα, υπάρχουν σημαντικότατα κενά σε στοιχεία του λεξιλογίου που αναφέρονται στις εν λόγω τεχνολογίες (υπενθυμίζουμε, επί παραδείγματι, ότι δεν έχουμε τη δυνατότητα να αποκαταστήσουμε ένα συγκεκριμένο λεξιλογικό στοιχείο της ινδοευρωπαϊκής για την έννοια «γάλα»).

Μια άλλη πτυχή του υλικού πολιτισμού των Ινδοευρωπαίων που αποκαθίσταται ως ένα βαθμό μέσω του λεξιλογίου είναι εκείνη της δόμησης, της κατασκευής οικιών. Οι σχετικές μαρτυρίες (λόγου χάριν, οι λέξεις δόμος και θύρα στην ελληνική) φανερώνουν εμμέσως τις οικιστικές και οικοδομικές γνώσεις των Ινδοευρωπαίων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ρίζα που σημαίνει «αλείφω, επιχρίω, πλάθω» και χρησιμοποιείται σε αρκετές ινδοευρωπαϊκές γλώσσες για την έννοια «τοίχος» (από αυτήν προέρχονται και οι λέξεις της ελληνικής τοίχος και τείχος). Μάλιστα, από το σημασιολογικό περιεχόμενο της ρίζας αυτής θα μπορούσε να εξαχθεί ότι οι Ινδοευρωπαίοι κατασκεύαζαν αρχικά τους τοίχους χρησιμοποιώντας λάσπη ή εφαρμόζοντας την αποκαλούμενη έμπλεκτη τεχνική (πάσσαλοι, κλαδιά και επίχρισμα από λάσπη).

Τέλος, υπάρχουν κάποιες κοινές λέξεις της ινδοευρωπαϊκής για μέταλλα όπως ο άργυρος, ο χρυσός και ενδεχομένως ο χαλκός ή ο ορείχαλκος. Όμως, τόσο ο σχηματισμός όσο και η σημασία των λέξεων αυτών καθιστούν αμφίβολη τη θέση τους εντός του ινδοευρωπαϊκού λεξιλογίου. Παραδείγματος χάριν, η ελληνική λέξη άργυρος εμφανίζει διαφορετικό επίθημα (πρόσφυμα που τίθεται μετά τη ρίζα μιας λέξης) από τη λατινική λέξη argentum, κάτι που σημαίνει ότι είναι ενδεχόμενο να ακολούθησαν χωριστές εξελικτικές πορείες η λέξη της ελληνικής και η λέξη της λατινικής, που είχαν εκκινήσει αμφότερες από μια ρίζα που σήμαινε «φωτεινός, λευκός».