Σε Συμπληγάδες η κυβέρνηση λόγω πανδημίας και ακρίβειας

Πανδημία και ακρίβεια απομυζούν μήνα – μήνα το οξυγόνο της κυβέρνησης παρουσιάζοντας πλέον ρωγμές από τις δονήσεις που προκαλούν οι συνέπειες και η κόπωση των δυο παράλληλων κρίσεων στους πολίτες. Ο σχεδιασμός γύρω από την αντιμετώπιση και την προστασία από την πανδημία σχεδόν διαγράφει από την μνήμη των πολιτών κάθε άλλη κυβερνητική πρωτοβουλία και η συνεχιζόμενη πίεση των μεταλλάξεων σε εισοδήματα, δραστηριότητες, σύστημα υγείας, κοινωνία και διασκέδαση έχει επισκιάσει κάθε άλλη πολιτική.

Ποδαρικό εξάλλου στο νέο έτος έκαναν ξαφνικά τα νέα περιοριστικά μέτρα λόγω της παραλλαγής “Όμικρον” βάζοντας “σφραγίδα” στις γιορτές της πρωτοχρονιάς. Αν και δεν είναι ένα ολικό lockdown, τα νέα μέτρα – λόγω της ανόδου των εισαγωγών και θανάτων στα νοσοκομεία – έχουν δημιουργήσει ένα κοκτέιλ αβεβαιότητας σε πολίτες, εργαζομένους και σε όλη σχεδόν την αγορά που βλέπει ξανά να μπαίνει σε αχαρτογράφητα νερά. Αυτό σε συνδυασμό με την συρρίκνωση που υφίσταται το εισόδημα των ελληνικών νοικοκυριών   λόγω της ακρίβειας και της εκτόξευσης των λογαριασμών ρεύματος φέρνει την τέλεια καταιγίδα πάνω από το Μέγαρο Μαξίμου. Μία εξωγενής καταιγίδα όπου από το 2020 ουδέποτε απομακρύνθηκε μόνιμα, θολώνοντας αδιάκοπα το κυβερνητικό έργο και επισκιάζοντας την υλοποίηση της προεκλογικής πολιτικής και οικονομικής ατζέντας. «Βαρίδι» για την κυβέρνηση είναι η διαχείριση του κοροναϊού καθώς το 56% έχει μάλλον αρνητικές εντυπώσεις (Metron Analysis, MEga) ενώ το 33% έχει μάλλον θετικές. Το έργο της κυβέρνησης κρίνεται θετικά σε ποσοστό 40% και αρνητικά για το 54%. Οι πολίτες σε ποσοστό 44% αξιολογούν θετικά τον πρωθυπουργό και αρνητικά το 52%.

Tα πρώτα λοιπόν δημοσκοπικά ευρήματα του έτους φέρνουν την κυβέρνηση αντιμέτωπη με την σκληρή πραγματικότητα που δεν είναι άλλη από την ανατροπή στα ποιοτικά στοιχεία. Δείχνουν σημαντική αύξηση των ποσοστών όσων έχουν αρνητική άποψη για την διαχείριση της πανδημίας, αν και η διαφορά με το δεύτερο κόμμα, ΣΥΡΙΖΑ, παραμένει κοντά στις δέκα μονάδες. Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά ( Metron Analysis, Mega): Το 53% (μεγαλύτερο ποσοστό τους τελευταίους μήνες) εκτιμά ότι η χώρα κινείται προς τη λάθος κατεύθυνση, το 39% προς τη σωστή. Το 41% λέει ότι η προσωπική του κατάσταση σε σύγκριση με ένα χρόνο πριν είναι ίδια, αλλά το 39% ότι είναι χειρότερη και το 20% σε καλύτερη.

Το βασικό πρόβλημα που  κρατά “ξάγρυπνους” τους πολίτες αναδεικνύεται η ιατρική περίθαλψη και η πανδημία σε ποσοστό 34% (Metron Analysis για το Mega). Παρά την “πρωτιά” κατέγραψε μία κάμψη 2 μονάδων, καθώς την ανιούσα πήρε η ανησυχία για την οικονομία. Το ζήτημα οικονομία/ακρίβεια είχε άνοδο τον Ιανουάριο  δύο μονάδων, στο 32% από 30%  γεγονός που δείχνει την κλιμακούμενη ανησυχία για την τσέπη. Ακολουθεί η ανεργία με 9%, οι πολιτικοί και το πολιτικό σύστημα με 5%, το προσφυγικό δε ως πρόβλημα βρίσκεται στο τέλος με 3%. ‘Εξι στους 10 πολίτες (62%) απαντούν στη δημοσκόπηση ότι τα χειρότερα με την πανδημία τα έχουμε αφήσει πίσω ενώ το 30% ότι τα χειρότερα είναι μπροστά μας, ένα ποσοστό αρκετά υψηλό.

Ο πληθωρισμός σκαρφάλωσε τον Δεκέμβριο σε υψηλά 11 ετών, στο 5,1%, έναντι μείωσης 2,3% κατά την αντίστοιχη σύγκριση του έτους 2020 με το 2019. Το επόμενο δίμηνο εκτιμάται ανηφορικό με τον δείκτη τιμών κατά τον Ιανουάριο να προβλέπεται να ανέλθει κοντά στο 6%. Τον μεγαλύτερο, πάντως,  πονοκέφαλο φέρνει το τσουνάμι αυξήσεων στην ενέργεια το οποίο και εκτοξεύει το κόστος σε θέρμανση και ρεύμα.  Όπως μαρτυρούν τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ καταγράφεται αύξηση κατά 135% στο φυσικό αέριο σε ένα χρόνο και κατά 34% στο πετρέλαιο θέρμανσης, ενώ ο ηλεκτρισμός έχει ανατιμηθεί κατά 45%. Από την κατηγορία “τρόφιμα” ενδεικτικά το αρνί-κατσίκι αυξήθηκε κατά 19,7%, το ελαιόλαδο κατά 17%, οι πατάτες κατά 14% και τα ζυμαρικά κατά 7,6%. Ως προς την μηνιαία αύξηση, κατά τον μήνα Δεκέμβριο  του 2021, σε σύγκριση με τον Νοέμβριο 2021, ο δείκτης τιμών παρουσίασε αύξηση 0,7% έναντι αύξησης 0,4% που σημειώθηκε κατά την αντίστοιχη σύγκριση του προηγούμενου έτους.

Η κυβέρνηση δίνει σήμα πρόσθετης στήριξης για όσο διαρκούν οι κρίσεις, όμως δεν αναμένεται σε καμία περίπτωση η επανάληψη των περσινών πακέτων  με οριζόντιο χαρακτήρα ενώ έχει ανακοινωθεί στήριξη μέσω του ΕΣΠΑ και του κρατικού προϋπολογισμού σε όσους κλάδους καταγραφεί μείωση τζίρου λόγω του Covid. Στο κυβερνητικό επιτελείο παρακολουθούν το «τσουνάμι» αυξήσεων όμως τα μέτρα δεν επαρκούν για να “σώσουν” τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς οι οποίοι δέχονται ήδη τις πιέσεις των αυξήσεων. Οι εκτιμήσεις δείχνουν αποκλιμάκωση του πληθωρισμού μετά το τρίτο τρίμηνο του έτους χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι τιμές στα αγαθά επανέλθουν στα προηγούμενα επίπεδα άμεσα.

Σύμφωνα με την Metron Analysis στο μέτωπο της οικονομίας είναι επίσης δύσκολα τα πράγματα για την κυβέρνηση. 6 στους 10 πολίτες (61%) κρίνουν αρνητικά το έργο της κυβέρνησης και μόλις 27% έχει μάλλον θετικές εντυπώσεις. Ο δείκτης οικονομικής εμπιστοσύνης υποχώρησε στο -32 και είναι ο χαμηλότερος από τον περασμένο Οκτώβριο.

Επιχείρηση “Μητσοτάκη” για την προστασία των πολιτών

Το τελευταίο διάστημα η κυβέρνηση έχει ανακοινώσει πακέτα μέτρων στήριξης όπου κάποια από αυτά προαναγγέλθηκαν  απο τον ίδιον τον πρωθυπουργό. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης εξήγγειλε με διαφορά μίας εβδομάδας δύο πακέτα που αφορούσαν το δίχτυ προστασίας εργαζομένων, νοικοκυριών και επαγγελματιών έναντι της συνεχιζόμενης  διπλής κρίσης από το μέτωπο της ακρίβειας και της υγειονομικής κρίσης.

Μεταξύ αυτών είναι η επίσπευση της δεύτερης αύξησης του κατώτατου μισθού στα περίπου 700 ευρώ το 2022, από 663 ευρώ, και την επέκταση της ομπρέλας προστασίας έναντι της πανδημίας, με κύριο συστατικό τη δυνατότητα και νέων επιχειρήσεων να εντάξουν σε καθεστώς αναστολής  τους εργαζομένους τους με το επίδομα των 534 ευρώ. Όσο αναφορά την ενέργεια, από τον Σεπτέμβριο μέχρι τώρα, η κυβέρνηση έχει διαθέσει πάνω από 1,3 δισ. ευρώ για τη στήριξη των νοικοκυριών και για την πανδημία στη διετία περί τα 43 δισ. Ευρώ. Σύμφωνα με στελέχη η στοχευμένη στήριξη με έκτακτα μέτρα θα συνεχιστεί για όσο χρειαστεί, όμως οι όποιες αποφάσεις αφορούν μόνιμες παροχές θα φανεί από την πορεία του κρίσιμου 2022 ώστε οι ελαφρύνσεις να εφαρμοστούν το 2023.

Δεν φτάνουν στην τσέπη τα μέτρα

Δεν “κρατήθηκαν” στη ζωή ούτε μία ημέρα τα σενάρια για μείωση  του ΦΠΑ όταν το κύμα ακρίβειας και κάποιες δηλώσεις κυβερνητικών στελεχών αναζωπύρωσαν , προ λίγων εβδομάδων, τις προσδοκίες της αγοράς.  Στις μειώσεις έμμεσων φόρων από το Μαξίμου και το υπουργείο Οικονομικών μπήκε “πάγος”. Eχει γενικώς τονιστεί η πολιτική προς τη μείωση φόρων και εισφορών όταν το επιτρέπουν τα δημοσιονομικά περιθώρια και η ανάπτυξης. Για παράδειγμα ο προϋπολογισμός περιλαμβάνει τις ήδη ανακοινωθείσες παρεμβάσεις όπως η μείωση του ΕΝΦΙΑ συν 60 εκατ. ευρώ το 2022 (όπου ίσχυε μείωση κατά 22% από το 2019), η  μείωση στη φορολόγηση των επιχειρήσεων στο 22% από 29%, οι μειωμένες ασφαλιστικές εισφορές κατά 4% και οι μόνιμες μειώσεις σε προκαταβολές φόρου ,  η μείωση της φορολογίας στα φυσικά πρόσωπα από το 22% στο 9% για τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα.

Όμως ο εκρηκτικός συνδυασμός των αυξήσεων στις τιμές ενέργειας και οι φόροι μπλοκάρουν στο να φτάσουν οι παραπάνω κινήσεις στις τσέπες των πολιτών.  Σύμφωνα με τα στοιχεία  (ΚΕΦιΜ) για το φορολογικό και ασφαλιστικό βάρος, ο μέσος Έλληνας εργάζεται 75 ημέρες για να πληρώσει τους έμμεσους φόρους, 60 ημέρες για τις ασφαλιστικές εισφορές, 43 ημέρες για τους άμεσους φόρους και 1 ημέρα για τους φόρους κεφαλαίου.

Σύμφωνα με έρευνα του ΙΟΒΕ για τον τομέα Ενέργειας στην Ελλάδα (ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2021) τα συνολικά έσοδα από τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης σε ενεργειακά προϊόντα στην Ελλάδα, έφτασαν τα 4,28 δισ. Ευρώ το 2019, όταν το 2008 ήταν στα περίπου 2,8 δισ. Ευρώ. Τα έσοδα από ειδικούς φόρους στην ενέργεια έφτασαν το 2018 το 2,9% του ΑΕΠ, όταν το ίδιο έτος αποτελούσαν στην ΕΕ-27 κατά μέσο όρο το 1,9% του ΑΕΠ.  Οι ερευνητές του ΙΟΒΕ εκτιμούν ότι μια μείωση 10% στο κόστος ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου θα είχε θεαματική θετική επίδραση στην οικονομία, προσθέτοντας σχεδόν 1 δισ. ευρώ στο ΑΕΠ και 21.500 νέες θέσεις εργασίας.

Σύμφωνα με τον προϋπολογισμό αυξημένα κατά 3,479 δισ. ευρώ θα είναι τα έσοδα από φόρους το 2022 σε σύγκριση με το 2021. Σύμφωνα με τον προϋπολογισμό, για το 2022 τα φορολογικά έσοδα θα φθάσουν τα 50,055 δισ. ευρώ από 46,558 δισ. ευρώ φέτος. Από το υπουργείο αποδίδεται στην ανάπτυξη παρά ταύτα οι έμμεσοι φόροι έρχονται ως έξτρα βάρος στις ανατιμήσεις.  Από τα έσοδα του 2022 το 56,9% προέρχεται από τον ΦΠΑ και τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης (ΕΦΚ) και 30,6% από τον φόρο εισοδήματος φυσικών και νομικών προσώπων και τα υπόλοιπα από διάφορους άλλους φόρους.  Από τα επιπλέον 3,479 δισ. ευρώ που εκτιμάται ότι θα εισπραχθούν το 2022, τα 2,2 δισ. ευρώ αφορούν έμμεσους φόρους και συγκεκριμένα ΦΠΑ και ειδικούς φόρους κατανάλωσης και 1,3 δισ. ευρώ τον φόρο εισοδήματος.