Να κολλήσω την Ομικρον; Ασ’ το καλύτερα…

Η κρατούσα άποψη, η οποία στηρίζεται εν μέρει και σε επιστημονικές έρευνες, είναι ότι η παραλλαγή Ομικρον είναι λιγότερο επικίνδυνη σε σύγκριση με τη Δέλτα και άλλες που έχουν προηγηθεί. Καθώς, δε, είναι πολλαπλά πιο μεταδοτική, φαίνεται να δημιουργείται η ελπίδα ότι μπορεί να αποτελέσει την αρχή του τέλους της πανδημίας COVIDd-19.

Ειδικά δε εάν υπολογίσει κανείς και την πρόοδο των εμβολιασμών, που σε ολοένα περισσότερες χώρες – σίγουρα, δε, στις ανεπτυγμένες, όπως σε Ευρώπη και ΗΠΑ – καλύπτουν τη μεγάλη πλειονότητα του πληθυσμού.

Με βάση τα παραπάνω, αλλά και την «κόπωση» που έχουν προκαλέσει η παρουσία του SARS-CoV-2 στις ζωές μας και οι συνεχείς μεταλλάξεις του, εύλογα αναρωτιούνται αρκετοί: Γιατί να μην επιταχύνω τη διαδικασία που έχει ξεκινήσει, επιδιώκοντας τη μόλυνση με την Ομικρον, αφού ο ΠΟΥ προβλέπει πως αργά ή γρήγορα θα «κολλήσουμε» όλοι; Γιατί να μην πάρω την πρωτοβουλία, έτσι ώστε να αποκτήσω επιτέλους τη «σούπερ ανοσία» αλλά και να συμβάλω στην ταχύτερη απόκτηση συλλογικής ανοσίας και στη μετατροπή του ιού σε ενδημικό φαινόμενο – κάτι σαν μια κοινή γρίπη δηλαδή;

Αρκετοί ειδικοί ωστόσο προειδοποιούν ότι σε αυτό το σκεπτικό κρύβεται μια παγίδα, που ενδεχομένως να αποδειχθεί επικίνδυνη. Οπως έγραφε πρόσφατα το «Time», κάτι τέτοιο «ισοδυναμεί με ένα περιττό ποντάρισμα για τους πλήρως εμβολιασμένους» – ενώ για τους ανεμβολίαστους επικαλέστηκε τα λόγια ενός διευθυντή κέντρου υγείας στο Οχάιο των ΗΠΑ: «Πρόκειται για ρώσικη ρουλέτα με ένα αυτόματο όπλο».

Οι τέσσερις λόγοι

Οπως σημειώνει το περιοδικό, με τις εκτιμήσεις του οποίου συμφωνεί και δημοσίευμα στο «The Atlantic», υπάρχουν αρκετοί λόγοι για να μην επιχειρήσει κανείς να μολυνθεί εκουσίως με το νέο στέλεχος – και οι οποίοι να κάνουν τις κυβερνήσεις που μοιάζουν να επιδιώκουν κάτι ανάλογο, εμμέσως πλην σαφώς, να το ξανασκεφτούν. Οι πιο προφανείς μοιάζουν να είναι τέσσερις.

Πρώτον, το γεγονός πως όταν κανείς αποφασίσει να το κάνει, δεν μπορεί ποτέ να αισθάνεται βέβαιος ότι θα είναι η συγκεκριμένη παραλλαγή που θα τον κάνει να νοσήσει – έστω κι αν κυριαρχεί παγκοσμίως σήμερα. Θα μπορούσε, με άλλα λόγια, να είναι η πιο επικίνδυνη Δέλτα ή ακόμα και κάποιο άλλο στέλεχος που δεν έχει εντοπιστεί και ταυτοποιηθεί ακόμη, δεδομένων των διαρκών μεταλλάξεων του ιού.

Δεύτερον, παρά τις μέχρι σήμερα ενδείξεις, καθώς και την προστασία που αναμφίβολα προσφέρουν τα εμβόλια και οι ενισχυτικές δόσεις, σε καμία περίπτωση δεν είναι 100% σίγουρο ότι η νόσηση με Ομικρον δεν θα συνοδευθεί από σοβαρά συμπτώματα ή ενδεχομένως και από επιπλοκές που θα οδηγήσουν στο νοσοκομείο. Ακόμα, και από χρόνιες καταστάσεις, που παραπέμπουν σε αυτό που ονομάζεται «long COVID».

Τρίτον, ούτε η «σούπερ ανοσία» είναι εγγυημένη, παρά την… πυροδότηση του ανοσοποιητικού συστήματος και της παραγωγής αντισωμάτων που φαίνεται πως προκαλεί ο συνδυασμός εμβολιασμού και νόσησης. Με άλλα λόγια, η μόλυνση δεν διασφαλίζει την πλήρη προστασία από την επαναμόλυνση – ειδικά καθώς πάντοτε είναι πιθανή η εμφάνιση νέων παραλλαγών.

Τέλος – και ίσως το πιο σημαντικό, που έχει να κάνει και με την κοινωνική ευαισθησία και υπευθυνότητα – κάποιος ή κάποια που θα «κολλήσει» εσκεμμένα μετατρέπεται αυτομάτως σε φορέα του ιού, τον οποίο μπορεί να μεταδώσει σε άλλους, ξεκινώντας ένα «ντόμινο». Οι «άλλοι» μπορεί να είναι ανεμβολίαστοι, ευπαθείς ομάδες, υγειονομικοί που στελεχώνουν τα νοσοκομεία (τα οποία ήδη κινδυνεύουν με ασφυξία), συνάδελφοι στο σχολείο ή σε μια επιχείρηση, που θα κινδυνεύσουν να διακόψουν τη λειτουργία τους, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Είναι, άραγε, αυτά αρκετά για να μεταπείσουν όσους το σκέφτονται;