Ο μεγάλες προκλήσεις για τον νέο κυβερνητικό συνασπισμό της Γερμανίας

Χρειάστηκαν εβδομάδες διαπραγματεύσεων για να ολοκληρωθεί, που συχνά σήμαινε ακόμη και πολύωρες συζητήσεις πάνω σε μία φράση, όμως το αποτέλεσμα δείχνει, στα χαρτιά τουλάχιστον εντυπωσιακό: 178 σελίδες είναι το συμφωνημένο κυβερνητικό πρόγραμμα του νέου συνασπισμού που θέλει να ηγηθεί της «μετά- Μέρκελ» εποχής στη Γερμανία, σε μια προσπάθεια να φανεί ότι μπορούν όντως οι Σοσιαλδημοκράτες, οι Πράσινοι και οι Ελεύθεροι Δημοκράτες να κυβερνήσουν από κοινού, υπό την πρωθυπουργία του σοσιαλδημοκράτη Όλαφ Σολτς.

Μόνο που ακόμη και έτσι οι πραγματικές διαφορές στη νέα κυβέρνηση είναι σημαντικές και η νέα κυβέρνηση δεν θα τα βρει τόσο εύκολα να μπορέσει να συνταιριάξει τις πραγματικές διαφορετικές στρατηγικές των κυβερνητικών εταίρων.

Μπορεί να συνδυαστεί ο μετασχηματισμός της οικονομίας με το «φρένο χρέους»;

Διάχυτη μέσα στο κοινό κυβερνητικό ντοκουμέντο είναι η αναγνώριση είναι ότι χρειάζονται σημαντικοί μετασχηματισμοί στη γερμανική οικονομία, πρώτα και κύρια για να μπορέσουν να γίνουν πράξη οι φιλόδοξοι στόχοι για να γίνει η γερμανική οικονομία «Πράσινη».

Αρκεί να σκεφτούμε ότι η δέσμευση είναι να μην υπάρχει παραγωγή ενέργειας από γαιάνθρακα μέχρι το 2030 και μέχρι τότε το ποσοστό της ενέργειας που καλύπτεται από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας να φτάσει το 80% από 35% που είναι σήμερα, την ώρα που ούτως ή άλλως το 2022 αναμένεται να σταματήσει η λειτουργία και του τελευταίου πυρηνικού εργοστασίου. Αυτό σημαίνει ότι η Γερμανία έχει μπροστά της μια αρκετά «ακριβή» ενεργειακά Πράσινη Μετάβαση στηριγμένη κατά βάση στις ΑΠΕ και το φυσικό αέριο (με όλα τα γεωπολιτικά προβλήματα που συμπυκνώθηκαν και στην υπόθεση του αγωγού Nord Stream 2).

Μόνο που την ίδια στιγμή επανέρχεται από το 2023 το «φρένο χρέους», δηλαδή η αντίληψη των ισοσκελισμένων ουσιαστικά προϋπολογισμών που θα σημαίνει μεγαλύτερη δυσκολία για επιπλέον δανεισμό για να καλυφθεί η επιπλέον δημόσια δαπάνη, την ώρα που η παρουσία των Ελεύθερων Δημοκρατών στην κυβέρνηση εξαρχής έθετε εκτός συζήτησης την αύξηση της φορολογίας.

Παρότι οι κυβερνητικοί εταίροι έχουν κάνει σαφές ότι θα υπάρξει και ένα βαθμός «δημιουργικής λογιστικής», κυρίως μέσω της αξιοποίησης της KfW, της κρατικής αναπτυξιακής τράπεζας, εντούτοις το ζήτημα της εξεύρεσης επαρκών πόρων για το κυβερνητικό πρόγραμμα παραμένει.

Ο παράγοντας Λίντνερ

Όλα αυτά συγκεφαλαιώνονται και στο ερώτημα τι θα γίνει με τον ηγέτη των Ελεύθερων Δημοκρατών Κρίστιαν Λίντνερ που κατάφερε να εξασφαλίσει αυτό που εξαρχής ήθελε, δηλαδή το κρίσιμο υπουργείο των Οικονομικών, επιβεβαιώνοντας εκτός των άλλων ότι σε έναν κυβερνητικό συνασπισμό όπου κανείς δεν περισσεύει, είναι τελικά ο μικρότερος εταίρος αυτός που μπορεί να εκβιάσει και περισσότερο.

Ακολούθησε, μάλιστα, μια συγκεκριμένη τακτική, που βασική της πλευρά ήταν να διεκδικεί το υπουργείο Περιβάλλοντος σε περίπτωση που οι Πράσινοι ήθελαν το υπουργείο Οικονομικών, γνωρίζοντας ότι οι τελευταίοι μπορεί να ήθελαν να έχουν λόγο στο πώς γίνεται η διαχείριση του προϋπολογισμού για να χρηματοδοτήσουν το πρόγραμμά τους, όμως δεν υπήρχε περίπτωση να εγκαταλείψουν το κατεξοχήν υπουργείο τους.

Με αυτόν τον τρόπο – και την επένδυση στην καλή προσωπική σχέση με τον ίδιο τον Σολτς – ο Λίντνερ μπόρεσε να κερδίσει την πρώτη μεγάλη σύγκρουση με τους Πράσινους. Άλλωστε, μετεκλογικά οι Σοσιαλδημοκράτες φάνηκαν περισσότερο έτοιμοι να κάνουν παραχωρήσεις στους Ελεύθερους Δημοκράτες σε σχέση με την προεκλογική περίοδο. Αυτό φάνηκε και από το πώς πέρασαν προτάσεις όπως η αντίληψή τους για ένα ταμείο συντάξεων που θα μπορεί να επενδύει στις αγορές, κάτι που στην προεκλογική εκστρατεία οι Σοσιαλδημοκράτες είχαν χαρακτηρίσει ως ξεπούλημα του Κράτους Πρόνοιας.

Μάλιστα, η μεγάλη επιτυχία του Λίντνερ φάνηκε να είναι ότι στις διαπραγματεύσεις σε αρκετές περιπτώσεις η διαχωριστική γραμμή ήταν ανάμεσα στους Σοσιαλδημοκράτες και τους Ελεύθερους Δημοκράτες από τη μία και τους Πρασίνους από την άλλη.

Ωστόσο, αυτό δεν ακυρώνει ότι σε βάθος χρόνου υπάρχουν σοβαρά ζητήματα που μπορούν να προκαλέσουν εντάσεις και διαφωνίες.

Οι Πράσινοι και οι δυσκολίες της συγκυβέρνησης

Οι Πράσινοι αναλαμβάνουν ένα μεγάλο στοίχημα στη νέα κυβέρνηση. Μπορεί να εξασφάλισαν μεγάλο μέρος των θέσεών τους γύρω από ζητήματα «ταυτοτήτων», τα ΛΟΑΤΚΙ δικαιώματα, την αποποινικοποίηση της κάνναβης και τη διευκόλυνση αλλοδαπών να αποκτούν τη γερμανική υπηκοότητα και σε επίπεδο διακηρύξεων να εξασφάλισαν διακηρυκτικούς στόχους που διασφαλίζουν την «Πράσινη Μετάβαση», αν και όχι την επιβολή ορίου ταχύτητας στους αυτοκινητοδρόμους σε μια χώρα με ιδιαίτερη σχέση με το ιδιωτικό αυτοκίνητο, όμως δεν είναι δεδομένο ότι θα μπορέσουν να κάνουν τα μεγάλα έργα που απαιτεί το πρόγραμμά τους.

Και μπορεί οι Πράσινοι να εξασφάλισαν ότι ο συν-ηγέτης του κόμματος Ρόμπερτ Χάμπεκ θα έχει το χαρτοφυλάκιο της οικονομίας και της ενέργειας, όπως και τη θέση του αντικαγκελαρίου, και άρα πολύ σημαντικές αρμοδιότητες στη χάραξη της αναπτυξιακής και ενεργειακής πολιτικής, όμως θα έχουν να αντιμετωπίσουν τόσο την παρουσία του Λίντνερ στο υπουργείο Οικονομικών όσο και του Βόλκερ Βίσινγκ, επίσης προερχόμενου από τους Φιλελεύθερους Δημοκράτες που έχει το κρίσιμο υπουργείο Μεταφορών και ο οποίος είναι πιθανόν να διεκδικήσει π.χ. πόρους για συνθετικά καύσιμα για τα ιδιωτικά αυτοκίνητα αντί για άλλα έργα που διεκδικούν οι Πράσινοι.

 

Οι Σοσιαλδημοκράτες στο επίκεντρο

Οι Σοσιαλδημοκράτες δείχνουν να είναι οι πιο κερδισμένοι, όχι μόνο γιατί θα έχουν τον καγκελάριο, αλλά και γιατί στην πραγματικότητα θα μπορούν να εκμεταλλεύονται την αντίθεση των Ελεύθερων Δημοκρατών με τους Πρασίνους. Άλλωστε, αυτή η κυβέρνηση είναι και το δικό τους στοίχημα για να μπορέσουν να ηγηθούν ενός νέου ιστορικού κύκλου στη Γερμανία.

Όμως και αυτοί θα δοκιμαστούν. Η κοινωνική τους βάση αναμένει να δει ότι θα τηρηθούν κρίσιμες δεσμεύσεις που θα αφορούν τη βελτίωση της θέσης των μισθωτών, την ίδια ώρα που γνωρίζουν ότι θα υπάρξει σημαντική αντίδραση από την αντιπολίτευση σε διάφορα σημεία, ξεκινώντας από τις δεξιές – συντηρητικές αντιδράσεις σε ζητήματα όπως οι αλλαγές στη δυνατότητα απόκτησης της γερμανικής υπηκοότητας.

Ούτε είναι χωρίς σημασία ότι σε διάφορες νομοθετικές πρωτοβουλίες ο κυβερνητικός συνασπισμός θα χρειάζεται και την έγκριση του Ομοσπονδιακού Συμβουλίου (Bundesrat), το αντίστοιχο μιας Άνω Βουλής που αποτελείται από τους εκπροσώπους των κυβερνήσεων των ομόσπονδων κρατιδίων. Οι Χριστιανοδημοκράτες και οι σύμμαχοί τους Βαυαροί Χριστιανοκοινωνιστές έχουν παρουσία σε 10 από τις 16 τοπικές κυβερνήσεις, κάτι που τους δίνει σημαντική δυνατότητα επιρροής στη στάση που θα κρατά το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο.

Επιπλέον, κρίσιμα ζητήματα θα καθορίσουν συνολικά το μέλλον της κυβέρνησης, όπως θα είναι η πορεία της πανδημίας ενόψει της διαφαινόμενης επιδείνωσης της κατάστασης σε όλη την Ευρώπη.

Τα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής

Η ανάθεση του υπουργείου Εξωτερικών στην υποψήφια των Πρασίνων για την καγκελαρία Αναλένα Μπέρμποκ είναι πιθανό να σηματοδοτήσει και κάποιες μετατοπίσεις στην εξωτερική πολιτική.

Έχοντας αφήσει πίσω τον αρχικό αντιπολεμικό (και κατά συνέπεια αντινατοϊκό) ριζοσπαστισμό της δεκαετίας του 1970, οι Πράσινοι θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως δύναμη που εκπροσωπεί έναν νέο «ατλαντισμό», στηριγμένο κυρίως στα ζητήματα που αφορούν τα ανθρώπινα δικαιώματα, κάτι που τους φέρνει κοντά στους αμερικανούς υποστηρικτές του «φιλελεύθερου παρεμβατισμού». Άλλωστε, και ο κατεξοχήν εκφραστής της «ρεαλιστικής» στροφής των Πρασίνων από τη δεκαετία του 1980, ο Γιόσκα Φίσερ είχε συναινέσει ως υπουργός Εξωτερικών στους βομβαρδισμούς στη Γιουγκοσλαβία το 1999.

Ωστόσο, η διαφαινόμενη πιο σκληρή θέση της Μπέρμποκ απέναντι στη Ρωσία και την Κίνα, είναι πιθανό να έλθει σε σύγκρουση με πιο παγιωμένες θέσεις της γερμανικής εξωτερικής πολιτικής, ιδίως αυτές που ήδη από τη δεκαετία του 1970 επέμειναν στην ανάγκη η Γερμανία να έχει καλές σχέσεις με την ΕΣΣΔ αρχικά και τη Ρωσία αργότερα , όπως και την έμφαση στις οικονομικές σχέσεις με την Κίνα. Θέσεις που υποστήριξαν και οι Χριστιανοδημοκράτες και οι Σοσιαλδημοκράτες. Σε αυτό το φόντο μια πρώτη δοκιμασία θα είναι όντως το τι θα συμβεί τελικά με τον αγωγό Nord Stream 2, με τους Πράσινους να είναι πολέμιοί του και στο περιβαλλοντικό και ουσιαστικά και στο γεωπολιτικό επίπεδο, την ώρα που η υποστήριξη των Χριστιανοδημοκρατών και των Σοσιαλδημοκρατών ήταν δεδομένη.

Τι θα γίνει με την Ευρώπη

Όμως, πέραν όλων των άλλων νέα κυβέρνηση στη Γερμανία σημαίνει ταυτόχρονα και νέα πρόσωπα στην πραγματική ηγεσία της Ευρώπης. Γιατί μπορεί η Γερμανία να συμπεριφέρεται συχνά ως ένας απρόθυμος ηγεμόνας, ιδίως εκεί που πρέπει να αναλάβει το κόστος της ηγετικής της θέσης, αυτή η ηγετική θέση παραμένει μια πραγματικότητα.

Και εδώ προφανώς το ζήτημα δεν είναι να υπάρξουν γενικές διακηρύξεις υπέρ της Ευρώπης, αλλά το εάν και κατά πόσο η νέα κυβέρνηση θα μπορέσει να συμβάλει στο «ξεμπλοκάρισμα» μιας διαδικασίας ενοποίησης που χρόνια τώρα αδυνατεί να συζητήσει σοβαρά την προοπτική της.

Μόνο που εδώ αρχίζουν τα δύσκολα. Εάν ο Λίντνερ προσπαθήσει να μεταφέρει την αντίληψή του για τη δημοσιονομική σταθερότητα στην ΕΕ, η την απροθυμία του απέναντι στην παγίωση πρακτικών όπως ο «ευρωδανεισμός», τότε δύσκολα θα μπορούσε να προχωρήσει μια ενοποίηση που σε μεγάλο βαθμό εξαρτάται από την κινητοποίηση σημαντικών πόρων σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ακόμη και εάν αυτό σημαίνει κάτι κοντά στην πάντα απορριπτέα από τη Γερμανία «αμοιβαιοποίηση του χρέους».

Είναι αλήθεια ότι ο Λίντνερ έχει προσπαθήσει να φανεί κάπως καθησυχαστικός απέναντι σε όσους τον βλέπουν ως ακόμη και «φρένο» στην ανάπτυξη, ωστόσο είναι σαφές ότι η Ευρώπη χρειάζεται κάτι παραπάνω από ένα χαλαρότερο Σύμφωνο Σταθερότητας και η νέα γερμανική κυβέρνηση δεν είναι βέβαιο μπορεί να κινηθεί πέραν αυτού του ορίου.