Η ελληνική γλώσσα στο διάβα του χρόνου – Ο εξινδοευρωπαϊσμός του ελλαδικού χώρου (Μέρος Β’)

Το επόμενο στάδιο στο οποίο στρέφουν την προσοχή τους οι ερευνητές που ιχνηλατούν τις αφίξεις νέων πληθυσμών στον ελλαδικό χώρο είναι το σημείο όπου συναντώνται η Πρωτοελλαδική II και η Πρωτοελλαδική III Περίοδος, δηλαδή το διάστημα ανάμεσα στο 2300 και το 2200 π.Χ. περίπου. Τα επιχειρήματα όσων αναζητούν τους πλέον πρώιμους Πρωτοέλληνες σε αυτήν τη φάση εδράζονται κατά κύριο λόγο στις ενδείξεις «στρωμάτων καταστροφής» σε αρχαιολογικές θέσεις του ελλαδικού χώρου, στην ύπαρξη νέων κεραμικών τύπων και στην εμφάνιση οικιών δύο δωματίων με αψιδωτές απολήξεις, που παρουσιάζουν αναλογίες με πολιτισμούς που αναπτύχθηκαν βορείως του γεωγραφικού χώρου της ελληνικής επικράτειας.

Το τελευταίο χρονικό διάστημα όπου τοποθετείται η ινδοευρωπαϊκή διείσδυση στον ελλαδικό χώρο είναι εκείνο της μετάβασης από τη Μέση στην Ύστερη Εποχή του Χαλκού, ήτοι περί το 1600 π.Χ. Όσοι εκ των ειδικών τάσσονται υπέρ αυτής της απόψεως αντλούν τα επιχειρήματά τους από δύο πεδία έρευνας: το χαρακτήρα των μυκηναϊκών ταφών και την εμφάνιση του άρματος στην προαναφερθείσα περίοδο.

Κατ’ αρχάς, όσον αφορά τις μυκηναϊκές ταφές, έχει υποστηριχθεί ότι οι κάθετοι τάφοι και η συσσώρευση ποικίλων αντικειμένων κοινωνικής διαφοροποίησης στοιχειοθετούν μια ολοκληρωτική ρήξη με τα παλαιότερα ταφικά έθιμα στον ελλαδικό χώρο. Δεδομένου μάλιστα ότι οι ταφές των Μυκηναίων –κατά κοινή παραδοχή αντιπροσωπευτικές των ανώτερων στρωμάτων μιας κοινωνίας της Ύστερης Εποχής του Χαλκού– δεν έχουν το ανάλογό τους στον ίδιον τον ελλαδικό χώρο, πιστεύεται ότι αυτές πρέπει να προέρχονται από κάπου αλλού. Μολονότι δεν έχει μέχρι τούδε καταστεί εφικτός ο εντοπισμός μίας και μόνης πειστικής πηγής για τις εν λόγω ταφές, οι υπέρμαχοι τής υπό εξέταση θεωρίας επισημαίνουν ότι η επίδειξη πλούτου και κοινωνικής θέσης του νεκρού απαντά και στην ανατολική Ευρώπη κατά την ίδια περίοδο.

Προεκτείνοντας το συλλογισμό τους, οι ίδιοι ειδικοί μελετητές συνδέουν τη συνύπαρξη ταφικών αντικειμένων από περιοχές όπως η Βαλτική και η Εγγύς Ανατολή με μια κοινωνία ακμαία, ικανή να εκμεταλλεύεται ένα ιδιαίτερα εκτεταμένο δίκτυο ανταλλαγών. Η ισχύς της κοινωνίας αυτής, πάντα κατά την ίδια αντίληψη, οφείλεται στη χρήση του πολεμικού άρματος, το οποίο επέτρεψε στους Μυκηναίους να επιβληθούν στους γηγενείς πληθυσμούς του ελλαδικού χώρου. Ο τόπος προέλευσης του άρματος έχει αναζητηθεί τόσο στην ανατολική Ανατολία όσο και στην περιοχή βορείως της Μαύρης Θάλασσας, ενώ άρματα που ήταν εξοπλισμένα με δισκοειδή φάλαρα (στολίδια του μετώπου, του χαλιναριού ή των ηνίων του αλόγου), ανάλογα με αυτά που έχουν βρεθεί στη μυκηναϊκή Ελλάδα, έχουν εντοπιστεί στην περιοχή του Βόλγα και των Ουραλίων.

Ωστόσο, οι ανωτέρω περιοχές βρίσκονται πολύ μακριά από τον ελλαδικό χώρο, και το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με την έλλειψη συγκρίσιμου υλικού από εγγύτερες γεωγραφικές θέσεις καθιστά δυσχερή την αποδοχή της θεωρίας ότι η διάδοση του άρματος αντανακλά κατ’ ανάγκη μια μετακίνηση πληθυσμών ή γλωσσική διασπορά. Με άλλα λόγια, τα αρχαιολογικά ευρήματα δεν είναι τέτοια, ώστε να τεκμαίρεται η προέλευση είτε του άρματος είτε των ενταφιασμένων στους κάθετους τάφους από περιοχές εκτός του ελλαδικού χώρου.