Γλυπτά του Παρθενώνα – Η… περιφρόνηση του Βρετανικού Μουσείου

του Γιάννη Ανδριτσόπουλου

Σε δύο αποκαλύψεις για την υπόθεση της διεκδίκησης των Γλυπτών του Παρθενώνα από τη Βρετανία, οι οποίες προκαλούν αίσθηση, προέβη μιλώντας στα «ΝΕΑ» ο γνωστός βρετανός πολιτικός Ντένις Μακ Σέιν: πρώτον, έκανε για πρώτη φορά γνωστό ότι, όταν ήταν υπουργός, στις αρχές της δεκαετίας του 2000, εισηγήθηκε να επιστραφούν μόνιμα τα Γλυπτά στην Ελλάδα! Δεύτερον, αποκάλυψε ότι, την περασμένη εβδομάδα, συνομίλησε με τον νέο πρόεδρο του Βρετανικού Μουσείου για το ενδεχόμενο επαναπατρισμού των Μαρμάρων, αλλά ο τελευταίος αντιμετώπισε το θέμα «με περιφρόνηση», απορρίπτοντας κάθε συζήτηση.

Ο 73χρονος παλαίμαχος πολιτικός των Εργατικών διετέλεσε υπουργός Ευρώπης στην κυβέρνηση των Νέων Εργατικών του Τόνι Μπλερ από το 2002 έως το 2005. «Από εκείνο το πόστο συνεργαζόμουν με τον Γιώργο Παπανδρέου, ο οποίος τότε ήταν υπουργός Εξωτερικών της χώρας σας. Τότε, πρότεινα να γυρίσουν πίσω στην Ελλάδα τα Μάρμαρα του Παρθενώνα» δήλωσε στα «ΝΕΑ» ο Μακ Σέιν.

Είναι η πρώτη φορά, τουλάχιστον μεταπολεμικά, που αποκαλύπτεται ότι εν ενεργεία υπουργός της βρετανικής κυβέρνησης τάσσεται υπέρ της επανένωσης των Γλυπτών του Παρθενώνα. Οι τελευταίες σχετικές αναφορές χρονολογούνται το 1941 και, νωρίτερα, το 1924. Τότε, αξιωματούχοι του Φόρεϊν Οφις είχαν εισηγηθεί – εις μάτην – τον επαναπατρισμό όλων ή ορισμένων από τα Γλυπτά που εκτίθενται στο Βρετανικό Μουσείο.

Αλλά και η πρόταση του Μακ Σέιν που διατυπώθηκε – κατά τον ίδιο – στις αρχές της προπερασμένης δεκαετίας, έπεσε στο κενό. «Ο τότε συνάδελφός μου, υπουργός Πολιτισμού του Ηνωμένου Βασιλείου, απέρριψε την πρότασή μου και μου είπε να μην τη θέσω ενώπιον του πρωθυπουργού (σ.σ. του Τόνι Μπλερ), διότι δεν θα είχε απήχηση» θυμάται ο τότε υπουργός Ευρώπης.

Ο Μακ Σέιν, ο οποίος διετέλεσε βουλευτής του Εργατικού Κόμματος επί 18 χρόνια, έκανε και μία δεύτερη αποκάλυψη. Την περασμένη εβδομάδα, ένα εικοσιτετράωρο μετά τη συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Μπόρις Τζόνσον στο Λονδίνο, κατά την οποία ο βρετανός πρωθυπουργός απέρριψε εκ νέου το αίτημα για επανένωση των Γλυπτών, ο βετεράνος πολιτικός συζήτησε το ενδεχόμενο επιστροφής των Μαρμάρων με τον Τζορτζ Οσμπορν, τον πρόεδρο του Συμβουλίου Επιτρόπων του Βρετανικού Μουσείου (δηλαδή του οργάνου που διοικεί το ίδρυμα). «Στις 17 Νοεμβρίου συνομίλησα μαζί του στο περιθώριο μίας παρουσίασης βιβλίου στην οποία βρεθήκαμε.

Ηταν γεμάτος περιφρόνηση για το θέμα» υποστήριξε ο Μακ Σέιν, ο οποίος δεν θέλησε να μεταφέρει τα ακριβή λόγια του Οσμπορν. «Κατόπιν, μου είπε ότι η καλύτερη ευκαιρία που είχε η χώρα σας (σ.σ. για να πάρει πίσω τα Γλυπτά) ήταν όταν ο Τόνι Μπλερ ήταν πρωθυπουργός, καθώς επεδίωκε να έχει φιλία με την Ελλάδα». Βέβαια, όπως είναι γνωστό, επί πρωθυπουργίας Μπλερ δεν έγινε καμία κίνηση από βρετανικής πλευράς για τον επαναπατρισμό των πολιτιστικών θησαυρών που φιλοτέχνησε ο Φειδίας.

Τουναντίον, ο ίδιος απέκλεισε κάθε συζήτηση για το θέμα μόλις πέρασε το κατώφλι της Ντάουνινγκ Στριτ, σε αντίθεση με άλλους προκατόχους του στο Εργατικό Κόμμα – όπως ο Μάικλ Φουτ και ο Νιλ Κίνοκ – που έβλεπαν θετικά το ζήτημα της επανένωσης.

Η στιχομυθία που αποκάλυψε ο Μακ Σέιν συνιστά την πρώτη καταγεγραμμένη αντίδραση του νέου προέδρου του Μουσείου στο θέμα των «Ελγινείων», όπως ορισμένοι στη Βρετανία επιμένουν να τα αποκαλούν. Ο Οσμπορν βρέθηκε στο τιμόνι του Μουσείου στις αρχές του περασμένου μήνα. Ως υπουργός Οικονομικών στην κυβέρνηση του Ντέιβιντ Κάμερον έγινε γνωστός για τις πολιτικές λιτότητας που εφάρμοσε, μεταξύ άλλων, στον πολιτισμό: το 2010 ενέκρινε περικοπές ύψους 30% στον κρατικό προϋπολογισμό για τον πολιτισμό και 15% για τα εθνικά μουσεία.

Μετά την αποχώρησή του από την κυβέρνηση, ανέλαβε διάφορους ρόλους στον ιδιωτικό τομέα, μεταξύ αυτών του διευθυντή της εφημερίδας «Evening Standard» και του συμβούλου της BlackRock, του μεγαλύτερου διαχειριστή κεφαλαίων στον κόσμο, με ετήσιες αποδοχές 650.000 στερλινών. Η ανάληψη των καθηκόντων του στο Βρετανικό Μουσείο συμπίπτει με μία περίοδο όπου εντείνονται οι πιέσεις για επαναπατρισμό αντικειμένων που λεηλατήθηκαν κατά την περίοδο της αποικιοκρατίας. Πάγια θέση του Μουσείου είναι ότι δεν εξετάζεται το ενδεχόμενο μόνιμης επιστροφής των Γλυπτών στην Ελλάδα.

«Ο Οσμπορν είναι βασικός πυλώνας του αγγλικού συντηρητικού κατεστημένου. Δεν πρόκειται να παρεκκλίνει από την επίσημη θέση στο θέμα των Μαρμάρων του Παρθενώνα» μου λέει ο Μακ Σέιν, ο οποίος, προτού μπει στην πολιτική, εργάστηκε ως δημοσιογράφος στο BBC και διετέλεσε πρόεδρος της Ενωσης Συντακτών Βρετανίας. Υποστηρίζει, επίσης, ότι «ο Μητσοτάκης δεν πρέπει να περιμένει τίποτε ούτε από τον βρετανό πρωθυπουργό».

Γιατί; τον ρωτάω. «Ο Τζόνσον μισεί την Ευρωπαϊκή Ενωση, επομένως δεν πρόκειται να συνεργαστεί με ένα κράτος-μέλος της, παρά τον ψεύτικο φιλελληνισμό του. Επιπλέον, είναι τουρκόφιλος. Τον ξέρουμε όλοι καλά εδώ και πολλά χρόνια». Ο πρώην υπουργός αναφέρεται και στον διευθυντή του Βρετανικού Μουσείου: «Ο γερμανός ιστορικός τέχνης Χάρτβιχ Φίσερ θα γνωρίζει ασφαλώς ότι τα γερμανικά μουσεία επιστρέφουν τα «Raubkunst», δηλαδή τα κλεμμένα έργα τέχνης, σε μουσεία στη Νιγηρία και στο Μπενίν. Οι ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές έκλεψαν θησαυρούς από την Αφρική, ακριβώς όπως ο βρετανός ιμπεριαλιστής Ελγιν βανδάλισε τον Παρθενώνα και πήρε μαζί του τα λεηλατημένα Μάρμαρα στο Λονδίνο».

Και καταλήγει: «Είναι λυπηρό ότι ένα σπουδαίο ίδρυμα όπως το Βρετανικό Μουσείο δεν αναγνωρίζει το καθήκον που έχει απέναντι στην Ιστορία και την τέχνη να επιστρέψει τα κλεμμένα Μάρμαρα στους νόμιμους ιδιοκτήτες τους. Δυστυχώς, δεν έχω καμία προσδοκία ότι το βρετανικό κατεστημένο θα κάνει αυτό που είναι σωστό, ιδίως τώρα, μετά το Brexit».