Γιώργος Νταλάρας – «Οταν λες το “Αξιον εστί” πρέπει να “τρίζουν” τα φωνήεντα»

Στις 29 και 31 Οκτωβρίου «συναντάει» τη μεγάλη σύνθεση των Οδυσσέα Ελύτη – Μίκη Θεοδωράκη για πολλοστή φορά στη μουσική του διαδρομή. Ως επίγονος των «δασκάλων» του, όπως συνηθίζει να αποκαλεί τον κορυφαίο εκλιπόντα συνθέτη και τον πρώτο διδάξαντα Γρηγόρη Μπιθικώτση, ο Γιώργος Νταλάρας ερμήνευσε τα μελοποιημένα κομμάτια από το Ηρώδειο, το 1988, ως τις ευρωπαϊκές σκηνές και τη Νότια Αφρική. Αυτή τη φορά εμφανίζεται στο πλαίσιο του τριετούς κύκλου «Μίκης Θεοδωράκης» της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, στο πλαίσιο του εορτασμού των 200 ετών από την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης.

Η νέα εκτέλεση, με την Ορχήστρα και τη Χορωδία της Λυρικής, σε μουσική διεύθυνση Στάθη Σούλη, με σολίστ τους Γ. Νταλάρα και Δημήτρη Πλατανιά και αφηγητή τον Γιώργο Γάλλο, αποτελεί την πρώτη εκδήλωση του τριετούς κύκλου μετά τον θάνατο του συνθέτη. Ο μεγάλος ερμηνευτής θυμήθηκε για τα «Πρόσωπα» στιγμιότυπα από τους μεγάλους σταθμούς του έργου, από τη σύνθεση του οποίου συμπληρώνονται φέτος 60 χρόνια. Ο Μίκης Θεοδωράκης το ολοκλήρωσε το 1961, ενώ στις 19 Οκτωβρίου 1964 έκανε πρεμιέρα ως λαϊκό ορατόριο στο θέατρο «Ρεξ» της Αθήνας, με τους Γ. Μπιθικώτση, Θόδωρο Δημήτριεφ (Ψάλτη) και Μάνο Κατράκη (αφηγητή). Το έργο ηχογραφήθηκε στα στούντιο της Columbia (ο Μπιθικώτσης και η Λαϊκή Ορχήστρα) και του κινηματογραφικού Αλφα (βαρύτονος, χορωδία, απαγγελία).

Η δεκαετία του 1960 είναι η έναρξη μιας μυθολογίας και μιας επαναστατικής πράξης που καθόρισε τη μουσική μας υπόσταση. Ο Μίκης ήταν ένας άνθρωπος που καθόρισε ένα μεγάλο μέρος της τέχνης μας έχοντας απήχηση σε επίσης μεγάλο κομμάτι του δυτικού κόσμου – ίσως και άλλων, που δεν έχουμε ανακαλύψει ακόμη. Αρα περνάει στη μυθολογία των «αθανάτων».

Το «Αξιον εστί» είναι από μόνο του ένα στοιχείο μυθολογίας σε μια χώρα που αγαπάει τους μύθους και τις αλληγορίες. Ο άνθρωπος που το έγραψε, ο τρόπος που γράφτηκε, η παρέμβαση του Μίκη στο κείμενο, ο Μπιθικώτσης, συνιστούν μια «επαναστατική ομάδα». Οταν είσαι μικρός, στα 14, και αρχίζεις να ψάχνεις πού πηγαίνεις, όλα αυτά μοιάζουν μαγικά. Κυρίως όταν είσαι ένα παιδί βιοπαλαιστών, που καλείται να ζήσει σε μια περίοδο όχι και τόσο συμπονετική για την εργατική τάξη. Οταν αγωνίζεσαι για τα καθημερινά, έχεις ερωτήματα που μένουν αναπάντητα. Δεν μπορεί να σ’ τα απαντήσει ούτε ο δάσκαλος ούτε ο συνάδελφος ούτε καν ο γονιός σου – ειδικά όταν δεν τον έχεις δίπλα σου. Επρεπε πάντως αυτά τα ερωτήματα και τα «γιατί» να απαντηθούν. Η βαθιά φωνή του Κατράκη που ακουγόταν στην ανάγνωση έπαιξε έναν τέτοιο ρόλο ασυναίσθητα. Οταν λέει «χρόνους πολλά μετά την αμαρτία που την είπαν αρετή μέσα στις εκκλησίες και την ευλόγησαν», ο κόσμος σου αλλάζει, κάνω λάθος; Το ίδιο θυμάμαι και για την «Πορεία προς το μέτωπο»: «Βρωμούσανε κρασί τα χνότα τους, κι οι τσέπες τους γιομάτες κονσέρβα ή σοκολάτες. Ομως εμείς δεν είχαμε…». Σ’ αυτό το «δεν είχαμε» τελειώνει η συζήτηση. Είναι η σπορά που μένει σαν σημείο αναφοράς ακλόνητο.

Από τη στιγμή που άρχισα να μελετώ το έργο γεννήθηκε η αγάπη και ο έρωτας για το μουσικό κομμάτι και τον Μίκη, η λατρεία και ο σεβασμός για τον Μπιθικώτση. Ο Θεοδωράκης ειδικά, παρ’ όλες τις μουσικές του γνώσεις, δεν ήθελε να διαχωρίζουν τη σχέση του με το λαϊκό, το δημοτικό και το βυζαντινό τραγούδι – κυρίως με τον Τσιτσάνη. Είναι μια στάση που με έχει επηρεάσει στη δική μου πορεία: ο συνδυασμός της λαϊκής με τη λεγόμενη έντεχνη μουσική.

Το 1988 ο Μίκης διηύθυνε για πρώτη φορά στο Ηρώδειο. Δεν του είχε ζητηθεί και δεν του επιτρεπόταν. Ηταν μια εποχή όπου πολλά πράγματα είχαν αλλάξει: υπήρχαν περίπου 50.000 – 60.000 άνθρωποι σε όλη την Ελλάδα που ξενυχτούσαν, έσπαγαν πιάτα, δεν πήγαιναν καν στη δουλειά τους το πρωί. Σ’ εκείνους τους εξωπραγματικούς χώρους όπου ζούσαν δεν μπορούσαν να σταθούν τραγούδια όπως του «Αξιον εστί». Οι άνθρωποι στους οποίους αναφέρεται δεν ταιριάζουν με τους νυχτόβιους του ξοδέματος. Υπήρχε η ανάγκη να δημιουργηθεί ένα καινούργιο κοινό. Κι αυτό πάντα διαμορφώνεται από τους χώρους – γι’ αυτό κι εγώ έφυγα 23 ετών από τα κέντρα διασκέδασης. Εκείνος που πρώτος μάλιστα υπέδειξε στον κόσμο ότι η λαϊκή μουσική μπορεί να ακούγεται στα θέατρα και τις καλλιτεχνικές αίθουσες ήταν ο Μίκης.

Ποτέ δεν σταμάτησα να τραγουδώ αυτά τα ποιήματα, έψαχνα μάλιστα αφορμές για να επανέρχομαι. Τα ακούω, τα μελετώ, ξαναβρίσκω αιτίες για να διαβάσω το έργο, μπαίνω στον πειρασμό να δω κι άλλα πράγματα πέραν των γνωστών κομματιών, να δω δηλαδή τι διάλεξε ο Μίκης και τι άφησε απέξω. Εκεί για άλλη μια φορά νιώθω να μεγαλώνει ο θαυμασμός μου για τον μουσικό που έφτιαξε τραγούδια χωρίς ρίμες να ακούγονται καθημερινά.

Ο Μίκης ήταν ένας συνθέτης που αγάπησε τον χώρο μας: τους οργανοπαίκτες, τους λαϊκούς τραγουδιστές, τους ανθρώπους που κοπιάζουν κοντά μας. Δεν ήταν υπεράνω ούτε είχε ελιτίστικη συμπεριφορά. Αξιολογούσε και αξιοποιούσε το ταλέντο του καθενός για να του δώσει ώθηση. Επειδή εγώ τον συνάντησα στο Παρίσι το 1973 και ξεκινήσαμε με τα «Λιανοτράγουδα», για να συνεχίσουμε με τα υπόλοιπα, καταλάβαινε πόσο αγαπάω τον τρόπο που τραγουδάει ο Μπιθικώτσης. Σαν να περίμενε, λοιπόν, να ωριμάσω. Ημουν ένα παιδί άπειρο ουσιαστικά εκείνη την εποχή. Καλλιέργησα τις όποιες δεξιότητες έχω αποκτήσει μελετώντας και διαβάζοντας τη μουσική. Τραγούδησα εκείνη τη φορά (σ.σ.: το 1988), αλλά επειδή ηχητικά δεν ήταν εκείνο που περίμενα – γράφτηκε σ’ ένα μαγνητόφωνο – μπήκα αργότερα στο στούντιο και το ξαναέφτιαξα.

Παλιότερα ακόμη και για τη φωνή του Μπιθικώτση έλεγαν ότι είναι ακατάλληλη για όλα αυτά επειδή είναι «σπηλαιώδης». Και τότε ο Μίκης απαντούσε ότι το σπήλαιο κρύβει τρόμο, αλλά κρύβει και μαγεία. Σημασία έχει να βρεις το θάρρος για να μπεις μέσα. Ο Μπιθικώτσης τραγούδησε το «Αξιον εστί» χωρίς να μεταφέρει το πνεύμα του ρεμπέτικου τραγουδιού. Ξαφνικά μπήκε στο στούντιο για να τραγουδήσει πράγματα που πιθανότητα δεν καταλάβαινε, όπως έλεγε ο ίδιος. Είχε, όμως το ένστικτο ότι έρχεται κάτι καινούργιο: η περίφημη φράση προς τους φίλους του «Μάγκες, εδώ μιλάμε για φρέσκα κουλούρια». Κατάλαβε ότι κάτι θα μείνει. Για μένα λειτούργησε ο τρόπος που ερμηνεύει και παράλληλα το νόημα που ανακάλυπτα στις λέξεις όσων διάβαζα. Θέλω να ακούγεται σαν να μπαίνεις σε ένα μουσείο τέχνης και να βλέπεις κάτι για πρώτη φορά. Να μπαίνεις στον κόσμο που περιγράφει ο Ελύτης διατηρώντας τα στοιχεία του Μπιθικώτση. Αυτή τη μοναχικότητα, την «ξερή» τοποθέτηση των λέξεων, το να είσαι κουρδισμένος για να ακουστούν τα μεγάλα, «λαμπερά» φωνήεντα. Πρέπει να «τρίζουν» εκείνη την ώρα, να μην περάσουν αδιάφορα, αλλά να κατέβουν σαν αεράκι και να φτάσουν στην ψυχή του ακροατή.

Ολοι οι άνθρωποι στην πραγματικότητα λένε κάθε μέρα στη ζωή τους τον ίδιο στίχο: «Πού να βρω την ψυχή μου, το τετράφυλλο δάκρυ». Κι αυτό για να το αποδώσεις ερμηνευτικά θέλει μια θρησκευτική προσήλωση – χωρίς το εκκλησιαστικό περιεχόμενο. Καμιά φορά μάλιστα είναι δύσκολο, μπορεί να βουρκώσεις όταν σηκώνεις τόσο υψηλά νοήματα. Οσο περνούν τα χρόνια, αυτή η αδυναμία μπορεί να σε καταβάλει. Δύο – τρεις φορές με έχει καταβάλει η αίσθηση ότι αυτό που λες γίνεται φανερό στους άλλους μέσα από το μικρόφωνο και το «μυστήριο». Το όπλο για να αντιμετωπίσεις τις ρωγμές είναι η αγάπη. Απέναντι σ’ αυτό που κάνεις και υπηρετείς.

Πιστεύω ακόμη ότι κάποιοι χαράζουν τις φλέβες τους, με την έννοια της προσωπικής θυσίας, για να κοκκινίσουν τα όνειρά μας. Αν και όλα γύρω μας φωνάζουν το αντίθετο, είμαι σίγουρος ότι υπάρχουν. Οπως και η ελπίδα ότι μπορούμε να ξεπεράσουμε την αδυναμία μας να ερμηνεύσουμε τον εαυτό μας. Αλλωστε και το «Αξιον εστί» κλείνει με το «Δοξαστικό», έναν πολύ ελπιδοφόρο τρόπο. Η θυσία μάλιστα δεν είναι μακρινή, μπορούμε να τη βρούμε και κοντά μας. Μην ξεχνάτε τη θυσία του ίδιου του Μίκη, ο οποίος αγωνίστηκε, βασανίστηκε και επέμεινε να λέει ότι η ελευθερία μας πρέπει να συνοδεύεται από την ευθύνη μας.

Από μια εποχή κι έπειτα είχαμε αρχίσει να συνδεόμαστε με φιλία. Πήγαινα όπου με καλούσε, συνεργαζόμασταν σε δίσκους. Ο Μίκης παρατήρησε, λοιπόν, ότι εγώ ήμουν «μαμούνι» με τα μουσικά, τα έψαχνα. Δεν είναι τυχαίο ότι στο σπίτι του κρατούσε το «Τετράδιό μας», με τα ονόματα «Γιώργος – Μίκης» – μάλιστα του έλεγα ότι βάζεις λάθος τις πινακίδες. Σε μια από τις συζητήσεις μας του είπα ότι μπορεί να πάρει τους παλιούς βυζαντινούς δρόμους – αυτά που λέμε μακάμια – και να φτιάξει τραγούδια. Επί έναν μήνα πήγαινα σπίτι και του έλεγα τέτοια κομμάτια. Του έπαιζα τις κλίμακες και τις περνούσε στο πιάνο, οπότε από αυτά έφτιαξε τρεις ή τέσσερις δίσκους. Λόγω της διαμάχης, όμως, που ξέσπασε ανάμεσα στην Ενωση Δημιουργών Ελληνικού Τραγουδιού και την Ενωση Μουσικοσυνθετών Στιχουργών Ελλάδος δεν τα είπα εγώ, αλλά άλλοι τραγουδιστές: ο Μητροπάνος, ο Κόκκοτας, ο Λέκκας, ο Μωραΐτης κ.ά. Στο «Ασίκικο Πουλάκη» καταλαβαίνεις ότι είναι «πειραγμένα» τα τραγούδια ως ρυθμοί και μετατροπίες. Εκείνο τον καιρό, λοιπόν, έβλεπε ότι εγώ ασχολιόμουν με αυτά τα πράγματα και με άκουσε όταν του είπα ότι θέλω να τραγουδήσω το «Ναοί στο σχήμα του ουρανού» και τα υπόλοιπα. Του φάνηκε παράξενο, αλλά με άφησε, ακόμη κι όταν άλλαζα τόνους. Μου έλεγε «είναι γραμμένα από μι», του έλεγα «μα είναι χαμηλά για μένα». Οταν σέβεσαι και αγαπάς έναν άνθρωπο η συνεργασία ξεφεύγει από αυστηρά επαγγελματική.

Μία στιγμή με το «Αξιον εστί» που κρατάω είναι στη Νότια Αφρική, με τον Νέλσον Μαντέλα. Ο Γιώργος Μπίζος, ο επιστήθιος δικηγόρος που είχε επί χρόνια, του μετέφραζε τους στίχους του Ελύτη, αλλά και της «Ρωμιοσύνης» του Ρίτσου, κι εκείνος άνοιγε έκπληκτος τα μάτια. Ηταν ένας άλλος κόσμος που φανερωνόταν μπροστά του.

Ο Δημήτρης Πλατανιάς είναι φυσικό φαινόμενο παγκόσμιας κλάσης. Λέγανε παλιά ότι ο μεγαλύτερος μπάσος που βγήκε ποτέ ήταν ο Ρώσος Σαλιάπιν. Εγώ νομίζω ότι σήμερα μουσικό με τέτοιο εύρος φωνής δεν έχουμε άλλον εκτός απ’ τον Πλατανιά. Θέλω να σταθώ πάλι κοντά του και να τον ακούω να τραγουδάει, να σείεται ο τόπος.

info

Λυρική Σκηνή, ΚΠΙΣΝ, 29 (19.30) και 31/10 (18.30). Τιμές εισιτηρίων: 15 – 60 ευρώ, φοιτητικό, παιδικό: 12. Προπώληση: Ταμεία της ΕΛΣ (2130885700, καθημερινά 09.00-21.00), ticketservices.gr, καταστήματα PUBLIC.