Είναι λογοτεχνική κριτική τα «αστεράκια» των social media;

Τα δίκτυα λογοτεχνικής κριτικής στο ψηφιακό περιβάλλον των social media και σε πλατφόρμες μέτρησης των τάσεων, όπως το Goodreads, επηρεάζουν τη συγγραφική διαδικασία.

Αυτό υποστηρίζει στην ιστορία της στην ιστοσελίδα bustle.com η αμερικανίδα συγγραφέας Τζέσικα Γκούντμαν και αρκετές ομόλογές της με την ίδια γνώμη. Οι οποίες μοιράζονται τις εμπειρίες τους από τα αρνητικά σχόλια αναγνωστών που συνόδευσαν την κυκλοφορία των έργων τους και τις πίεσαν να μετασχηματίσουν τους χαρακτήρες ή την πλοκή.

Τα νεανικά θρίλερ της Τζέσικα Γκούντμαν «They Wish They Were Us» και «They ‘ll Never Catch Us» βρίσκονται στη λίστα των μπεστ σέλερ των «New York Times».

Η πρώην αρθρογράφος του γυναικείου περιοδικού «Cosmopolitan» εξηγεί ότι οι αρνητικές κριτικές στο Goodreads άρχισαν να έχουν επίδραση στο γράψιμό της.

Ετσι αποφάσισε να σταματήσει να παρακολουθεί το βαρόμετρο των τάσεων που έχει δημιουργήσει ο συγκεκριμένος ψηφιακός χώρος συγκέντρωσης των φίλων τής ανάγνωσης λογοτεχνικών έργων.

«Οποιοσδήποτε έχει πρόσβαση στο Διαδίκτυο μπορεί να αφήσει κριτικές και αριθμητικές αξιολογήσεις βιβλίων. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης θα ήταν πιο δύσκολο να αποφευχθούν, φυσικά, αλλά ίσως να προσπαθούσα να σταματήσω να διαβάζω κριτικές και σε αυτές τις πλατφόρμες. Είναι καλή ιδέα. Οι συγγραφείς τώρα υπάρχουν σε έναν κόσμο όπου η προβολή βιβλίων έχει συρρικνωθεί σχεδόν σε όλα τα μεγάλα ειδησεογραφικά πρακτορεία. Οι κριτικές από επαγγελματίες είναι λίγες και οι εκδηλώσεις βιβλιοπαρουσιάσεων σπάνια πραγματοποιούνται αυτές τις ημέρες λόγω της πανδημίας».

Ως αποτέλεσμα, γράφει η Γκούντμαν, τα περισσότερα σχόλια που λαμβάνουμε αυτές τις ημέρες προέρχονται από διαδικτυακές πλατφόρμες ανοικτής πρόσβασης όπου αφθονούν οι κριτικοί της πολυθρόνας. Αυτό το οικοσύστημα έχει κάνει τόσο πολλούς συγγραφείς να αναρωτιούνται: «Πρέπει να διαβάσω όλες τις κριτικές των βιβλίων μου;».

«Υπήρξε μια εποχή που διάβαζα κάθε κριτική, θετική ή αρνητική, των νεανικών θρίλερ μου. Αλλά ύστερα από λίγο δεν μπορούσα να αγνοήσω συγκεκριμένα σχόλια από ανθρώπους που δεν ήξερα και οι οποίοι μου έλεγαν, για παράδειγμα, ότι οι ιστορίες μου είχαν αργό ξεκίνημα. Αυτά τα σχόλια με έκαναν να έχω εμμονή με το να επιταχύνω τον ρυθμό σε ένα μυθιστόρημα που τελείωνα. Αλλά αντί να κάνω την ιστορία καλύτερη, ο εκδότης μου, του οποίου τη γνώμη λατρεύω, μου είπε ότι βιάζομαι για την ανάπτυξη του χαρακτήρα. Μου ήρθε τότε η ιδέα ότι ίσως δεν θα έπρεπε να ακούω το οποιοδήποτε σχόλιο», συνεχίζει η Τζέσικα Γκούντμαν.

Η διαρκής παρακολούθηση της άποψης των αναγνωστών μπορεί να βλάψει τους συγγραφείς. Μπορούν εύκολα να εξαντληθούν από την προσδοκία ότι θα πρέπει να συνεργάζονται συνεχώς με τους αναγνώστες και με άλλους συγγραφείς προκειμένου να προωθήσουν τα βιβλία τους.

Οι περισσότεροι από τους συγγραφείς δεν διαθέτουν προϋπολογισμό για την προώθηση των βιβλίων τους.

Οπως λέει η Λέα Τζόνσον, συγγραφέας των «Rise to the Sun» και «You Should See Me in a Crown», οι συγγραφείς αναγκάζονται να στραφούν σε εργαλεία του μάρκετινγκ και να δωρίσουν αντίτυπα, να οργανώσουν online συναντήσεις στο Instagram και άλλες εκδηλώσεις στα κοινωνικά μέσα δικτύωσης ελπίζοντας ότι θα διαδώσουν τα βιβλία τους.

Μετά την κυκλοφορία δύο βιβλίων κατά τη διάρκεια της πανδημίας, η Τζόνσον συμβουλεύει: «Δεν χρειάζεται να είστε συνδεδεμένοι 24 ώρες το 24ωρο, 7 ημέρες την εβδομάδα για να πουλήσετε τα βιβλία σας. Αν αρχίσετε να αισθάνεσθε ότι όλο αυτό είναι πάρα πολύ, αποσυνδεθείτε».

Αυτή η πίεση του αδιάκοπου online εκθέτει ειδικά τους συγγραφείς περιθωριοποιημένων ταυτοτήτων σε σχολιασμούς με ρητορική μίσους. «Το Διαδίκτυο λειτουργεί ιδανικά ως ο μεγάλος εξισωτής», λέει η Τζόνσον. «Δίνει σε ανθρώπους που δεν είχαν ποτέ την ευκαιρία να ακουστούν το βήμα για να υψώσουν τις φωνές τους και να ακουστούν οι απόψεις τους».

Αλλά ως μαύρη, queer, γυναίκα συγγραφέας, η Τζόνσον έχει επίσης αντιμετωπίσει βιτριολικά σχόλια που διατυπώθηκαν ως κριτικές για το έργο της, στο οποίο πρωταγωνιστούν μαύρες, queer, νεαρές γυναίκες.

«Αποφάσισα να έχω μια δημόσια παρουσία. Και αυτό σημαίνει ότι οι άνθρωποι έχουν δημόσιες απόψεις για το πώς συμπεριφέρομαι. Αλλά είμαι επίσης υπερευαίσθητη στο γεγονός ότι αν δεν ήμουν αυτή που είμαι, αν έκανα τα ίδια πράγματα που κάνω, αλλά ζούσα σε διαφορετικό σώμα, τότε δεν θα αντιμετώπιζα τα είδη των κριτικών που αντιμετωπίζω για τη δουλειά μου».

Το άγχος και η σύγχυση της πλοήγησης στο πώς και πότε να αλληλεπιδράσεις με τις διαδικτυακές κριτικές μπορεί να είναι ο λόγος για τον οποίο τόσο πολλοί συγγραφείς ανυπομονούν να βιώσουν τη σύνδεση IRL με τους αναγνώστες τους σε εκδηλώσεις βιβλίων, συνέδρια ή φεστιβάλ.

«Για όσους από εμάς δεν έχουν δημοσιεύσει ποτέ βιβλίο πριν από την πανδημία, οι παρουσιάσεις βιβλίων πρόσωπο με πρόσωπο μοιάζουν με κειμήλια από μια άλλη εποχή. Μια εποχή όπου οι κριτικές της Amazon δεν ήταν το μόνο είδος αλληλεπίδρασης που είχαμε με τους αναγνώστες», επισημαίνει η Τζέσικα Γκούντμαν.

Η Ζακίγια Ντελίλα Χάρις, συγγραφέας του βιβλίου «The Other Black Girl», συμπληρώνει τη θετική εμπειρία της από τις εκδηλώσεις με φυσική παρουσία: «Η προσωπική αλληλεπίδραση που είχα με πέντε άτομα υπερτερεί. Είναι ένα πολύ μεγάλο πράγμα που δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι μου έλειπε. Μέχρι που βρέθηκα σε κάποιες εκδηλώσεις με φυσική παρουσία. Εχοντας τους ανθρώπους να με κοιτάζουν στα μάτια και να ανταποκρίνονται στη δουλειά μου, αισθάνθηκα εκπληκτικά. Είναι η συνθήκη όπου τα διαδικτυακά τρολ δεν θα τολμούσαν ποτέ να δείξουν τα πρόσωπά τους. Είναι εντελώς αφελές; Πιθανόν».