Ενεργειακή κρίση, πληθωρισμός και στο βάθος… tapering, βύθισαν τις αγορές

Μνήμες από το όχι και τόσο μακρινό 2013 έχουν ξυπνήσει στις αγορές παγκοσμίως, με τη δρομολογημένη σύσφιξη της νομισματικής πολιτικής από τις μεγάλες κεντρικές τράπεζες να δημιουργεί ένα δύσκολο περιβάλλον, καθώς όλα τα δεδομένα δείχνουν ότι βρισκόμαστε στην αρχή μιας ενεργειακής κρίσης με απρόβλεπτες ακόμη προεκτάσεις. Και το απόλυτο… κόκκινο που επικράτησε σήμερα στις διεθνείς αγορές, με ελάχιστες εξαιρέσεις, να είναι μία γεύση για το τι θα ακολουθήσει.

Οι μνήμες από το tantrum tapering του 2013 σε συνδυασμό με τα «πέτρινα» χρόνια του στασιμοπληθωρισμού στην Ιαπωνία, οδήγησαν σήμερα και τη Wall Street να κλείσει με σημαντικές απώλειες, με τον τεχνολογικό κλάδο, ο οποίος έλαμψε στην πολυετή bull market να βρίσκεται στο επίκεντρο των ρευστοποιήσεων.

Ο Dow Jones σημείωσε απώλειες 1,63% στις 34.299 μονάδες, με τον S&P 500 να κλείνει στο -2,04% και στις 4.352 μονάδες. Ο Nasdaq έκλεισε στις 14.546 μονάδες με απώλειες 2,83%, καταγράφοντας τη χειρότερη ημερήσια πτώση από τον περασμένο Μάρτιο.

Στο σκηνικό των ανησυχιών άλλωστε δεν έλειψε και η αβεβαιότητα για τη δημοσιονομική θέση της διοίκησης Biden, σε συνδυασμό με το εύθραυστο διεθνές περιβάλλον, έχει οδηγήσει πολλά κεφάλαια της Wall Street να αναζητήσουν την ασφάλεια των τίτλων σταθερού εισοδήματος, ήτοι των ομολόγων. Έτσι, η απόδοση του 10ετούς αμερικανικού ομολόγου κινείται σήμερα υψηλότερα, στα επίπεδα του 1,54%, τα οποία και αποτελούν τα υψηλότερα από τον περασμένο Ιούνιο.

Στο -2% έκλεισαν οι ευρωαγορές

Με σημαντικές απώλειες έκλεισαν και οι ευρωπαϊκοί δείκτες, οι οποίοι αποτύπωσαν τις ανησυχίες τόσο για την άνοδο των αποδόσεων των αμερικανικών ομολόγων όσο και την αύξηση του ενεργειακού κόστους.

Ο πανευρωπαϊκός Stoxx 600 υποχώρησε κατά 2%, με τις μετοχές πετρελαίου και φυσικού αερίου να σημειώνουν κέρδη 1,2%. Ο δείκτης FTSE 100 στο Λονδίνο κατέγραψε απώλειες 0,50% στις 7.028 μονάδες, ο DAX έχασε 2,09% στις 15.248 μονάδες και ο CAC 40 υποχώρησε κατά 2,17% στις 6.506 μονάδες.

Οι αγορές έχουν αρχίσει να αποτυπώνουν τις ανησυχίες τους για το γεγονός ότι οι τιμές του πετρελαίου, του φυσικού αερίου και του άνθρακα που χρησιμοποιούνται μεταξύ άλλων για την παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος σε όλη την Ευρώπη και όχι μόνο βρίσκονται στα ύψη. Οι ανατιμήσεις στη μια μορφή ενέργειας τροφοδοτούν τις ανατιμήσεις και στην άλλη, καθώς η ζήτηση στην μετά-Covid-19 εποχή είναι μεγάλη. Οι τιμές του αργού πετρελαίου ξεπέρασαν τα 80 δολάρια το βαρέλι και διαμορφώνονται πλέον στα υψηλότερα επίπεδα της τελευταίας τριετίας, από 52 δολάρια στις αρχές του έτους.

Στην ασφάλεια των ομολόγων

Όλο αυτό το εκρηκτικό μείγμα έχει οδηγήσει σε σημαντικές μετατοπίσεις κεφαλαίων στην αγορά ομολόγων. Έτσι, μετά την άνοδο των αποδόσεων των αμερικανικών ομολόγων και εκείνες των ομολόγων στην ζώνη του ευρώ αυξήθηκαν σε υψηλό τριών μηνών, τη ώρα που ο δείκτης πληθωριστικών προσδοκιών της αγοράς σκαρφάλωνε στο υψηλότερο επίπεδο από το 2015.

Η απόδοση των γερμανικών 10ετών ομολόγων αυξήθηκαν κατά 4 μονάδες βάσης στο -0,181% που είναι το υψηλότερο επίπεδο από τις αρχές Ιουλίου και το μεσημέρι διαμορφώνονταν στο -0,20%. Η απόδοση των ιταλικών 10ετών τίτλων αυξήθηκε 5 μ.β. στο 0,853%, η υψηλότερη από τα τέλη Ιουνίου, ενώ σε αντίστοιχα υψηλά αυξήθηκαν και οι αποδόσεις γαλλικών και ολλανδικών 10ετών ομολόγων.

Σε χαμηλά διμήνου διολίσθησε και το ΧΑΑ

Με το χειρότερο τρόπο φαίνεται ότι οδεύει προς τη λήξη του ο Σεπτέμβριος για το ελληνικό χρηματιστήριο, το οποίο μόλις τρεις ημέρες πριν την ολοκλήρωση του εννεαμήνου επιστρέφει σε επίπεδα που είχε να δει από τα τέλη του Ιουλίου. Ο γενικός δείκτης σήμερα δέχτηκε τους ισχυρούς κλυδωνισμούς μιας σοβούσας ενεργειακής κρίσης σε ευρωπαϊκό επίπεδο, φτάνοντας στις 860 μονάδες και με απώλειες 1,76%.

Η εικόνα σήμερα μάλιστα διαμορφώθηκε με μόλις 17,7 εκατ. τεμάχια να έχουν αλλάξει χέρια, υπερτονίζοντας την απροθυμία των αγοραστών να αναλάβουν ρίσκο ακόμη και στα χαμηλά του διμήνου, ίσως και περισσότερων μηνών σε επιλεγμένους τίτλους που έχουν βρεθεί τις τελευταίες ημέρες στο στόχαστρο των πωλητών. Μια απροθυμία βέβαια που δεν είναι μόνο εγχώριο φαινόμενο, αλλά σχετίζεται με την αποστροφή κινδύνου διεθνώς σε μια περίοδο που οι εστίες αβεβαιότητας πληθαίνουν επικίνδυνα.

Μέσα σε αυτό το μείγμα, οι ανησυχίες για τη συνεχή αύξηση του ενεργειακού κόστους στη χώρα επηρεάζει τις αγοραστικές δυνάμεις. Άλλωστε, το πρόβλημα της αύξησης των τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου δεν αναμένεται να λυθεί σύντομα ή τουλάχιστον όχι εωσότου φανεί το πόσο δύσκολο χειμώνα περάσει η Ευρώπη. Και αυτό το πρόβλημα θα αναδειχθεί σε νούμερο ένα κίνδυνος στην Ευρώπη, όχι μόνο για την άνοδο του κόστους και την επίδραση αυτού στην τροχιά ανάκαμψης, αλλά και στην άνοδο του πληθωρισμού, ο οποίος θα υποχρεώσει την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να αλλάξει το μείγμα της πολιτικής της.

Σε επίπεδο τίτλων τώρα, οι πωλητές εστίασαν σε πρώτο πλάνο στις Τιτάν, Coca Cola και ΕΛΧΑ, οι οποίες έκλεισαν με απώλειες που ξεπέρασαν το 3%, και σε δεύτερο στις Eurobank, ΟΤΕ, Εθνική, Ελλάκτωρ και ΕΧΑΕ, η πτώση των οποίων ξεπέρασε το 1%. Μόνο η Motor Oil στον FTSE 25 έκλεισε θετικά, με +0,52%, ενώ η υπόλοιπη υψηλή κεφαλαιοποίηση υπέκυψε στην αβεβαιότητα.

Μεικτά πρόσημα στις αγορές της Ασίας

Με μεικτά πρόσημα έκλεισαν οι ασιατικοί δείκτες, με τις αγορές να προσπαθούν να αποτιμήσουν την άνοδο της τιμής του πετρελαίου, αλλά και την υποβάθμιση των εκτιμήσεων για το ΑΕΠ της Κίνας από την Goldman Sachs και τη Nomura.

Παρ’ όλα αυτά, ο δείκτης Hang Seng του Χονγκ Κονγκ σημείωσε άνοδο 1,46%, ενώ στην ηπειρωτική Κίνα ο Shanghai composite σημείωσε κέρδη 0,53% και ο Shenzhen component έκλεισε κατά 0,1% υψηλότερα.

Ο Kospi της Νότιας Κορέας υποχώρησε κατά 0,87%. Στην Ιαπωνία, ο Nikkei 225 υποχώρησε 0,4%, ενώ ο δείκτης Topix μειώθηκε 0,53%. Ο S & P/ASX 200 στην Αυστραλία έχασε 1,26%.

Στο επίκεντρο βρίσκονται οι εκτιμήσεις για την πορεία του ΑΕΠ της Κίνας, με την Goldman Sachs να αναμένει ότι η ανάπτυξη θα είναι φέτος της τάξεως του 7,8%, από 8,2% που είχε προηγουμένως προβλέψει. Η Nomura αναθεώρησε επίσης ότι το ΑΕΠ της Κίνας θα αυξηθεί κατά 7,7% φέτος, από 8,2% στην προηγούμενη πρόβλεψη.

Πηγή: ΟΤ