Εκλογές στη Γερμανία – Ποιοι είναι οι τρεις υποψήφιοι διάδοχοι της Άγγελα Μέρκελ

Περίπου 60,4 εκατομμύρια Γερμανοί πολίτες προσέρχονται σήμερα στις κάλπες για να εκλέξουν το 20ο Bundestag, την Κάτω Βουλή της Γερμανίας, έπειτα από 16 ολόκληρα χρόνια πλήρους κυριαρχίας της Άνγκελα Μέρκελ. Περισσότεροι από 31 εκατ. ψηφοφόροι είναι γυναίκες και περίπου 29 εκατ. άνδρες.

87 πολιτικά κόμματα ζήτησαν την άδεια των αρχών για να λάβουν μέρος σε αυτές εκλογές εκ των οποίων τα 53 έλαβαν την άδεια. Εξ αυτών μόλις 7 αναμένεται να λάβουν το ποσοστό του 5% που απαιτείται για την εκλογή βουλευτών στο Bundestag, με την Αριστερά (Die Linke), ίσως το πιο απαξιωμένο κόμμα στη Γερμανία μετά την ακροδεξιά της Afd (Εναλλακτική για τη Γερμανία) να παλεύει με νύχια και δόντια για να μπορέσει να στείλει αντιπροσώπους στη γερμανική Κάτω Βουλή.

Μετά τις 6 το απόγευμα θα ανακοινωθούν τα προσωρινά αποτελέσματα των εκλογών. Θα υπολογιστούν με βάση τα δεδομένα των προσωρινών exit polls. Η καταμέτρηση των ψήφων θα συνεχιστεί μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες της Δευτέρας.

Αρμιν Λάσετ, Καθολικός και πεπεισμένος ευρωπαϊστής

Ο Αρμιν Λάσετ πιστεύει ακράδαντα στην ομαδική δουλειά. «Η Χριστιανική Ενωση δεν χρειάζεται έναν CEO, έναν Διευθύνοντα Σύμβουλο εταιρείας. Χρειάζεται έναν αρχηγό της ομάδας, στην οποία ο ένας μπορεί να εμπιστευτεί το διπλανό του». Ετσι αντιλαμβάνεται ο ίδιος τον εαυτό του και τον ρόλο του στο κόμμα, στην κυβέρνηση που έχει στο Ντύσελντορφ ως πρωθυπουργός της Βόρειας Ρηνανίας – Βεστφαλίας, φυσικά και στην κυβέρνηση της Γερμανίας αν καταφέρει να εκλεγεί καγκελάριος.

Οταν κέρδισε τη μάχη για την προεδρία του CDU τον Ιανουάριο του 2021, ζήτησε την «εμπιστοσύνη» των κομματικών στελεχών και παραγόντων, θυμίζοντας τον πατέρα του, ανθακωρύχο, που μόνο με την τυφλή εμπιστοσύνη στους συναδέλφους του μπορούσε να κατεβαίνει στις στοές. Κέρδισε τότε οριακά τον εσωκομματικό του αντίπαλο, Φρίντριχ Μερτς, στην άκρως αμφίρροπη μάχη ηγεσίας στο CDU. Οριακά είχε κερδίσει και τις εκλογές στη Βόρεια Ρηνανία – Βεστφαλία, το προπύργιο της γερμανικής Σοσιαλδημοκρατίας. Οριακή θα είναι και η νίκη του την Κυριακή, εάν καταφέρει να περάσει μπροστά από τον Σοσιαλδημοκράτη αντίπαλό του, Ολαφ Σολτς, στη μάχη της καγκελαρίας.

Ο Αρμιν Λάσετ γεννήθηκε και μεγάλωσε με τα τρία νεότερα αδέρφια του στο Ααχεν της Βορειοδυτικής Γερμανίας. Η ιστορική πόλη κοντά στα σύνορα με την Ολλανδία είναι στενά δεμένη με την ενοποίηση της Ευρώπης, στο εμβληματικό Δημαρχείο του Ααχεν τιμάται κάθε χρόνο με το βραβείο «Καρλομάγνου» μία εξέχουσα προσωπικότητα για τη συμβολή της στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Ευρωπαίος είναι ο Λάσετ, πέραν πάσης αμφιβολίας.

Εντάχθηκε στη Χριστιανοδημοκρατική Ενωση στα 18 του χρόνια, σπούδασε νομικά στα Πανεπιστήμια της Βόννης και του Μονάχου, είκοσι τεσσάρων χρονών παντρεύτηκε τη γυναίκα του Σουζάνε, έχουν τρία παιδιά. Ξεκίνησε με τη δημοσιογραφία στη Βαυαρική Ραδιοτηλεόραση BR, αλλά τον κέρδισε η πολιτική. Σε ηλικία 28 χρονών εξελέγη ο νεότερος δήμαρχος του Ααχεν. Την εποχή εκείνη ήταν στην ομάδα νέων της Χριστιανικής Ενωσης που ζητούσαν να φιλελευθεροποιηθεί το νομικό πλαίσιο χορήγησης υπηκοότητας, ήταν σε στενή επαφή με τους Πρασίνους. Το 1999 εξελέγη ευρωβουλευτής. Ως πεπεισμένος ευρωπαϊστής υποστήριζε σθεναρά τα ανοιχτά σύνορα στην Ευρώπη και την ανοιχτή κοινωνία. Το έδειξε και στην περίοδο της πανδημίας κορωνοϊού, κρατώντας πάση θυσία ανοιχτά τα σύνορα της Βόρειας Ρηνανίας – Βεστφαλίας με την Ολλανδία.

Το 2005 έγινε υπουργός στη Βόρεια Ρηνανία – Βεστφαλία, ο πρώτος υπουργός στη Γερμανία που είχε στο χαρτοφυλάκιό του την ενσωμάτωση των ξένων. «Κάθε παιδί που γεννιέται εδώ και μιλάει τη γερμανική γλώσσα πρέπει να έχει δικαίωμα παραμονής στη χώρα» δήλωνε τότε. Από την εποχή εκείνη του έμεινε το προσωνύμιο «Τουρκο-Λάσετ». Η σχέση του με τη μεγάλη τουρκική παροικία στη Γερμανία δεν σημαίνει αυτόματα ότι υποστηρίζει τον Ερντογάν. Από το 2017 είναι πρωθυπουργός στη Βόρεια Ρηνανία – Βεστφαλία, το πολυπληθέστερο κρατίδιο της Γερμανίας. Εκεί συγκυβερνά με τον προνομιακό του εταίρο, τους Φιλελευθέρους, αλλά στο Βερολίνο θα χρειαστεί και τρίτο εταίρο. Στην προσφυγική κρίση του 2015 ο Λάσετ στάθηκε σθεναρά στο πλευρό της Μέρκελ. Πολιτικά είναι ο συνεχιστής της κεντρώας γραμμής που ακολούθησε η Ανγκελα Μέρκελ, είναι ο πολιτικός της κληρονόμος στο CDU. Της μοιάζει και ως ιδιοσυγκρασία, είναι και ο ίδιος ήπιος χαρακτήρας, επιδιώκει τις συνθέσεις, αποστρέφεται τις μετωπικές συγκρούσεις. Στην κάλπη θα κριθεί αν θα την κληρονομήσει και στην καγκελαρία της Γερμανίας.

Ολαφ Σολτς, Ο ουραγός που κατάφερε να γίνει φαβορί

Οταν ο Ολαφ Σολτς πήρε τον Αύγουστο του 2020 το χρίσμα του υποψήφιου καγκελαρίου του SPD, ήταν κοινή πεποίθηση ότι πρόκειται για κεκτημένη ταχύτητα της άλλοτε κραταιάς Σοσιαλδημοκρατίας να κατεβαίνει στις εκλογές ως κόμμα εξουσίας με στόχο την καγκελαρία. Κανένας δεν έδινε στον Σολτς προοπτικές επιτυχίας και μέχρι πρότινος, η επιμονή του ότι θα γίνει καγκελάριος της Γερμανίας προκαλούσε θυμηδία. Τώρα οι γιγαντοαφίσες με τον ίδιο και το σλόγκαν «Καγκελάριος για τη Γερμανία» κυριαρχούν στην προεκλογική εικόνα και αν η μάχη κρινόταν στις δημοσκοπήσεις, ο Ολαφ Σολτς θα ήταν ο επόμενος καγκελάριος της Γερμανίας.

Γεννημένος στο Οσναμπρικ, μεγάλωσε στο Αμβούργο, οι γονείς του, βιομηχανικοί εργάτες, τον εξοικείωσαν από μικρό με τις εμβληματικές φυσιογνωμίες της γερμανικής Σοσιαλδημοκρατίας Βίλι Μπραντ και Χέλμουτ Σμιτ. Τα ίχνη του Σμιτ ακολουθεί ο Ολαφ Σολτς από το 1975 που εντάχθηκε στο SPD. Εγινε, όπως και ο Σμιτ, κυβερνήτης – δήμαρχος του Αμβούργου και τώρα χτυπά την πόρτα της καγκελαρίας, αν εκλεγεί, θα είναι ο δεύτερος καγκελάριος της Γερμανίας, μετά τον Σμιτ, που προέρχεται από το Αμβούργο.

Σπούδασε Νομικά στο Αμβούργο, το 1990 έστησε δικό του δικηγορικό γραφείο, από το 1998 είναι παντρεμένος με την οικονομολόγο Μπρίτα Ερνστ, τοπική βουλευτή στο κρατίδιο του Αμβούργου. Στις εκλογές του 1998 κέρδισε τη βουλευτική έδρα στην εκλογική του περιφέρεια Hamburg-Altona με 48,1%. Εγινε τοπικός υπουργός Εσωτερικών στο Αμβούργο, σε θέματα ασφάλειας δεν έκανε εκπτώσεις. «Είμαι φιλελεύθερος, αλλά δεν είμαι βλάκας. Στη μάχη κατά της εγκληματικότητας δεν έχω καμία αναστολή» δήλωνε το 2001. Χρόνια αργότερα, ως κυβερνήτης – δήμαρχος του Βερολίνου βρέθηκε αντιμέτωπος με τους εκτεταμένους βανδαλισμούς των αναρχοαυτόνομων από όλη την Ευρώπη που είχαν συγκεντρωθεί στο Αμβούργο για τη σύνοδο κορυφής των ηγετών της ομάδας G-20.

Εξελέγη γραμματέας του SPD το 2002 με 91,3% στο πλευρό τουτότε προέδρου του κόμματος και καγκελαρίου Γκέρχαρντ Σρέντερ. Ηταν συνοδοιπόρος του και βασικός υποστηρικτής της μεταρρυθμιστικής γραμμής του Σρέντερ με την περιώνυμη «Ατζέντα 2010». Ο Σολτς συνεχίζει να μιλάει και να σκέφτεται με ορίζοντα δεκαετίας. «Χρειαζόμαστε μία πολιτική για τη χώρα στα επόμενα 10-15 χρόνια» λέει στις προεκλογικές του ομιλίες.

Πολλές από τις αδυναμίες της μεταρρυθμιστικής ατζέντας του Σρέντερ διορθώθηκαν στο μεταξύ. Οι Σοσιαλδημοκράτες πέρασαν θέσεις όπως ο κατώτατος μισθός που ήθελε ο Σολτς ήδη στην πρώτη κυβέρνηση της Μέρκελ όπου ήταν υπουργός Εργασίας. «Πρέπει κάτι να γίνει, υπάρχουν πολλοί άνθρωποι στη Γερμανία που δεν μπορούν να ζήσουν από τον μισθό τους οι ίδιοι, πόσω μάλλον να ζήσουν την οικογένειά τους» έλεγε το 2007. Ηταν το SPD πάλι με κυβέρνηση της Μέρκελ που πέρασε αργότερα το εγγυημένο κατώτατο ωρομίσθιο. Ο Σολτς υπόσχεται σήμερα ότι το πρώτο μέτρο της κυβέρνησής του θα είναι η αύξηση του κατώτατου ωρομισθίου στα 12 ευρώ.

Στην τελευταία κυβέρνηση της Ανγκελα Μέρκελ το 2017 ανέλαβε το υπουργείο Οικονομικών, μαζί με το αξίωμα του αντικαγκελαρίου. Ακολούθησε στην αρχή τον στόχο του «μαύρου μηδέν», τη γραμμή των ισοσκελισμένων προϋπολογισμών, του προκατόχου του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε. Με την πανδημία κορωνοϊού όμως ήταν αυτός που έφερε την «αλλαγή παραδείγματος» για τη Γερμανία στηρίζοντας το Ταμείο Ανάκαμψης της ΕΕ. «Εκείνο που χρειαζόμαστε τώρα είναι να βγάλουμε το μπαζούκας για να πετύχουμε τα αναγκαία και αν χρειαστεί άλλο μικρότερο όπλο, θα το δούμε αργότερα» δήλωνε τον Μάρτιο του 2020.

Εχασε τη μάχη για την προεδρία του SPD από το αριστερό δίδυμο των Νόρμπερτ-Βάλτερ Μπόργιανς και Σάσκια Εσκεν. Αλλά δεν έχασε από το οπτικό του πεδίο τον στόχο της καγκελαρίας. Με την αποχώρηση της καγκελαρίου Μέρκελ, έμεινε στον Σολτς το «μπόνους» του αντικαγκελαρίου και έκανε τη μεγάλη ανατροπή οδηγώντας την κούρσα στα τελευταία μέτρα για την κάλπη.

Αναλένα Μπέρµποκ, Η Πράσινη υποψήφια της νέας γενιάς

Με υποψηφίους για την καγκελαρία κατεβαίνουν στις εκλογές τα μεγάλα κόμματα εξουσίας που έχουν και προοπτική επιτυχίας, οι υπόλοιποι έχουν επικεφαλής του ψηφοδελτίου τους. Για πρώτη φορά στην ιστορία τους οι Πράσινοι κατεβαίνουν με υποψήφια καγκελάριο: την Αναλένα Μπέρμποκ. Η υποψηφιότητά της σηματοδοτούσε και τη διαφορά με τους αντιπάλους της: Είναι η μόνη γυναίκα και είναι εκπρόσωπος της νέας γενιάς. Η 40χρονη Μπέρμποκ πήρε μάλιστα το χρίσμα της υποψηφιότητας μολονότι είχε ένα μεγάλο μειονέκτημα: Δεν διαθέτει κυβερνητική εμπειρία, σε αντίθεση με τον συμπρόεδρο των Οικολόγων Ρόμπερτ Χάμπεκ, που έχει περάσει από κυβερνητικά πόστα.

Στον προεκλογικό αγώνα προσπάθησε να μετατρέψει το μειονέκτημα σε πλεονέκτημα, με το σύνθημα για μία «νέα αρχή». Τα διαπιστευτήριά της: «Τρία χρόνια πρόεδρος των Πρασίνων, βουλευτής στο Μπούντεσταγκ και μητέρα μικρών παιδιών». Η Αναλένα Μπέρμποκ έφερε έναν άνεμο φρεσκάδας στο πολιτικό προσωπικό της Γερμανίας. Το 2019 ήταν η πολιτικός με τις περισσότερες εμφανίσεις στα τηλεοπτικά τοκ-σόου.

Γεννημένη σε αγρόκτημα κοντά στο Αννόβερο έδωσε τις πρώτες μάχες για το περιβάλλον στους ώμους του πατέρα τους στις διαδηλώσεις κατά της πυρηνικής ενέργειας. Σπούδασε Νομικά και ξεκίνησε την πολιτική της καριέρα ως διευθύντρια του γραφείου μιας ευρωβουλευτού των Πρασίνων. Τα επόμενα βήματα έγιναν γρήγορα. Εξελέγη πρόεδρος των Πρασίνων στο Βρανδεμβούργο (2009 – 2013), βουλευτής στην Ομοσπονδιακή Βουλή και το 2018 πρόεδρος των Πρασίνων.

Στην αρχή ήταν στη σκιά του διανοουμένου, συμπροέδρου Χάμπεκ. Αλλά επανεξελέγη πρόεδρος των Πρασίνων το 2019 με ποσοστό 97,1% των συνέδρων, που αποτελεί ρεκόρ για πρόεδρο των Οικολόγων. Ανήκει στους «ρεάλος», στο ρεύμα των ρεαλιστών του κόμματος, ακολουθεί προσγειωμένη γραμμή πραγματισμού. Ζητεί αυστηρά μέτρα για την προστασία του κλίματος, χωρίς να υποβαθμίζει τις ανάγκες μιας αναπτυγμένης οικονομίας, όπως η Γερμανία. Αναζητά τον διάλογο με την ενεργοβόρα γερμανική βιομηχανία. Στους επιφανείς υποστηρικτές της για την καγκελαρία είναι και ο μέχρι πρότινος μίστερ Ζίμενς, Τζόε Κέζερ.

Δεν ξεχνάει όμως και τις αριστερές καταβολές των Πρασίνων. «Δεν θα επιτρέψουμε να τεθεί το δίλημμα οικολογία ή κοινωνική δικαιοσύνη, είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος» λέει η Μπέρμποκ. Η γραμμή ρεαλισμού επιβραβεύτηκε με την εκτίναξη των Πρασίνων στις δημοσκοπήσεις σε πρωτόγνωρα ποσοστά πάνω από 20%, για μικρό διάστημα μάλιστα, ως πρώτο κόμμα.

Εξίσου γρήγορα όμως ήρθε και η πτώση. Και με δική της υπαιτιότητα, είτε για τις προβληματικές αναφορές στο βιογραφικό, είτε με τη «λογοκλοπή» στο βιβλίο που εξέδωσε προεκλογικά. Εκτοτε, οι Πράσινοι έχουν υποχωρήσει στην τρίτη θέση, χωρίς προοπτική να περάσουν ξανά μπροστά. Ο στόχος της καγκελαρίας που φάνηκε κάποια στιγμή στον ορίζοντα είναι πλέον άπιαστο όνειρο. Αλλά η συμμετοχή των Πρασίνων στην επόμενη κυβέρνηση της Γερμανίας είναι μάλλον εξασφαλισμένη, κατά προτίμηση με καγκελάριο τον Σοσιαλδημοκράτη Ολαφ Σολτς, αλλά και με τον Χριστιανοδημοκράτη Αρμιν Λάσετ. Ετσι, μετά τις αυριανές εκλογές, η Αναλένα Μπέρμποκ θα αποκτήσει και αυτό που οι αντίπαλοί της καταμαρτυρούν ότι της λείπει σήμερα: Κυβερνητική εμπειρία.