Το 60% του clawback αφορά τρεις φαρμακευτικές εταιρείες

Αντιβιοτικά, αντι-ιικά και αντικαρκινικά φάρμακα είναι οι τρείς κατηγορίες φαρμάκων που καλύπτουν τη μισή φαρμακευτική δαπάνη στα νοσοκομεία.

Μάλιστα το ένα τρίτο της κατανάλωσης νοσοκομειακών φαρμάκων γίνεται από τα μεγάλα περιφερειακά πανεπιστημιακά νοσοκομεία.

Όσο για την υποχρεωτική επιστροφή clawback, πάνω από το 60% του συνολικού ποσού, αφορά τις πέντε σημαντικότερες κατηγορίες φαρμάκων περιορίζεται σε τρεις μόνο φαρμακευτικές εταιρείες.

Τα δεδομένα αυτά προκύπτουν από ευρεία μελέτη που παρουσίασαν σήμερα οι καθηγητές Οικονομικών της Υγείας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης Νίκος Πολύζος και Πελοποννήσου Μαίρη Γείτονα, στο πλαίσιο συνεδρίου για το νοσοκομειακό φάρμακο, που πραγματοποιήθηκε διαδικτυακά.

Οι ειδικοί προτείνουν σειρά μέτρων για την σταδιακή κατάργηση του clawback και rebate σε χρονικό ορίζοντα 3-5 ετών, με ταυτόχρονη εισαγωγή νέων συμφωνιών που θα διασφαλίσουν την είσοδο της καινοτομίας, με παράλληλη βιωσιμότητα του συστήματος υγείας.

Σύμφωνα με τη μελέτη, κατά τα έτη 2015-2018 ο μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης της φαρμακευτικής δαπάνης στα νοσοκομεία του ΕΣΥ ήταν στο 17%, ενώ το όριο της φαρμακευτικής δαπάνης παρέμενε σταθερό, περίπου στα 500 εκ. ευρώ, με αποτέλεσμα οι φαρμακευτικές να χρηματοδοτούν την αύξηση αυτή. Τα τρία τέταρτα της επιβάρυνσης αφορούν πρωτότυπα φάρμακα.

Αντίστοιχα, η μέση αύξηση μεταξύ 2016-2019 έφτανε το 12,1% για τις επίσημες τιμές, και το 9,8% για τις καθαρές τιμές, όταν η μέση ετήσια αύξηση του clawback είναι 11%.

Οι αναγκαστικές επιστροφές αφορούν λίγες φαρμακευτικές κατηγορίες επιπέδου ATC4 (οικογένειες δραστικών ουσιών) και επιβαρύνουν δυσανάλογα στις φαρμακευτικές αυτών των κατηγοριών, καθώς το 63% του clawback των 5 σημαντικότερων ATC4 αναλογεί σε 3 εταιρίες και αποτελεί αντικίνητρο για την είσοδο νέων φαρμάκων στις κατηγορίες αυτές.

Παρά την επιβεβλημένη χρήση οικονομικών εργαλείων, όπως προϋπολογισμοί, διαγωνισμοί με ανταγωνιστικά γενόσημα, λειτουργία παρατηρητηρίου τιμών κλπ, διαπιστώθηκαν αρνητικές επιπτώσεις. Συγκεκριμένα παρατηρήθηκαν ελλείψεις φαρμάκων κυρίως στα καινοτόμα και μετακύλιση της δαπάνης στα πρωτότυπα φάρμακα.

Οι νοσοκομειακοί προϋπολογισμοί στο φάρμακο βασίζονται σε απολογιστικά στοιχεία παρελθόντων ετών και λιγότερο σε δεδομένα ανάπτυξης των νοσοκομειακών μονάδων.

Οι μηχανισμοί αυτόματων επιστροφών και λιγότερο οι εκπτώσεις επί του τζίρου δεν αποτελούν εργαλεία εξορθολογισμού της φαρμακευτικής δαπάνης αλλά οριζόντιο μηχανιστικό τρόπο μείωσης της φαρμακευτικής δαπάνης.

Η μη αντικατάσταση των μηχανισμών αυτών αποτρέπει τόσο την εξοικονόμηση πόρων, όσο και τις καινοτόμες θεραπείες στο ΕΣΥ.

Από το 2015 επιβλήθηκαν αναγκαστικές επιστροφές που συνεχώς διογκώνονται, με αποτέλεσμα να φτάνουν στο 50% του προϋπολογισμού των φαρμάκων στα νοσοκομεία και να υπάρχει ζήτημα διαθεσιμότητας και αξιοπιστίας των δεδομένων για την φαρμακευτική κίνηση στο ΕΣΥ.

Προτάσεις

Στις προτάσεις τους οι οικονομολόγοι της υγείας, περιλαμβάνουν τα εξής:

  • Συνεχή έλεγχο και συγκράτηση της φαρμακευτικής δαπάνης, αλλά και ταυτόχρονη συνεκτίμηση του οφέλους που αποφέρει στην πραγματική οικονομία.
  • Περιοδικό επαναπροσδιορισμό του ύψους της φαρμακευτικής δαπάνης, λαμβάνοντας υπόψιν δημογραφικά, επιδημιολογικά δεδομένα, έκτακτες καταστάσεις και ανάγκες υγείας, θεραπείες και δημοσιονομικά περιθώρια.
  • Ομογενοποίηση του τρόπου συλλογής, ταξινόμησης και επεξεργασίας των δεδομένων φαρμακευτικής κίνησης των νοσοκομείων του ΕΣΥ και ενιαία διαχείριση μέσω πληροφοριακών συστημάτων, συνεχή τροφοδότηση και επικαιροποίηση δεδομένων.
  • Σχεδιασμό των νοσοκομειακών προϋπολογισμών, ιδίως σε ότι αφορά τα φάρμακα, με πρόσθετα κριτήρια τη βιωσιμότητα, εξέλιξη ανάπτυξη και επίδραση στο ΕΣΥ
  • Διατήρηση κλειστών προϋπολογισμών και επέκτασή τους ανά τμήμα ή κλινική με αυστηρή τήρηση θεραπευτικών πρωτοκόλλων, έλεγχο της συνταγογράφηση, στήριξη της κλινικής αριστείας, την προώθηση κλινικών μελετών για πρώιμη πρόσβαση των ασθενών σε καινοτόμες θεραπείες, καθώς επίσης και την προώθηση των γενοσήμων, αλλά και τη διενέργεια διαγωνισμών – που ήδη προβλέπονται αλλά δεν εφαρμόζονται –  για μεγαλύτερο οικονομικό όφελος. Δεν έφαρμόζεται.
  • Η επίτευξη βιώσιμων προϋπολογισμών που θα αξιοποιούν τους οικονομικούς πόρους και θα παρέχουν ποιοτική, ασφαλή και αποτελεσματική φαρμακευτική φροντίδα
  • Ο μηχανισμός των υποχρεωτικών επιστροφών πρέπει να επαναξιολογηθεί και κατά τον υπολογισμό του να εμπλουτιστεί λαμβάνοντας υπόψιν τη θεραπευτική κατηγορία καθώς και δεδομένα της φαρμακευτικής κίνησης του συνόλου των δημοσίων νοσοκομείων.

Στόχος θα πρέπει να είναι η σταδιακή υποκατάσταση εντός 3-5 ετών, από άλλα μέτρα, όπως οι  διαγωνισμοί για τα γενόσημα, οι διαπραγματεύσεις, συμφωνίες καταμερισμού του ρίσκου ή όγκου – τιμής, συμφωνίες χαρτοφυλακίου, κυρίως σε ότι αφορά τα πρωτότυπα φάρμακα με προστασία πατέντας, κατά τα πρότυπα προηγμένων συστημάτων υγείας.

Οι ειδικοί καταλήγουν τονίζοντας ότι οι προτάσεις αυτές θα πρέπει να ενταχθούν σε έναν λεπτομερή επιχειρησιακό σχεδιασμό, για να καταστεί εφικτή η κατάργηση των υποχρεωτικών επιστροφών.