ΕΚΤ – Οι αγορές ομολόγων σημαντικό εργαλείο στη φαρέτρα των κεντρικών τραπεζών

Οι αγορές περιουσιακών στοιχείων έχουν γίνει ένα σημαντικό εργαλείο για τις κεντρικές τράπεζες παγκοσμίως για να εξασφαλίσουν τη σταθερότητα των τιμών κοντά στο μηδενικό κατώτατο όριο.

Αυτό αναφέρει η Ιζαμπέλ Σνάμπελ, μέλος του Εκτελεστικού Συμβουλίου της ΕΚΤ, στο Ετήσιο Συνέδριο της Latvijas Banka με θέμα «Βιώσιμη Οικονομία σε Καιρούς Αλλαγής»

Η κ. Σνάμπελ αναφέρει ότι η εμπειρία την τελευταία δεκαετία έχει δώσει πολλές πληροφορίες για το πώς ακριβώς οι αγορές περιουσιακών στοιχείων επηρεάζουν τις χρηματοπιστωτικές και οικονομικές συνθήκες, το τελευταίο παράδειγμα είναι η απάντηση στην πανδημία του κοροναϊού (COVID-19).

Τρεις τρόποι

Υπάρχει πλέον ευρεία συναίνεση ότι οι αγορές περιουσιακών στοιχείων μπορούν να υποστηρίξουν την οικονομική ανάπτυξη και τον πληθωρισμό με τρεις κύριους τρόπους

Πρώτον, μέσω του καναλιού σταθεροποίησης της αγοράς , μέσω του οποίου οι αγορές περιουσιακών στοιχείων παρέχουν ρευστότητα όταν υπάρχουν μεγάλες εξάρσεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές

Δεύτερον, μέσω του καναλιού εξισορρόπησης χαρτοφυλακίου , με το οποίο οι αγορές περιουσιακών στοιχείων μειώνουν το συνολικό ποσό του κινδύνου διάρκειας που πρέπει να κατέχουν οι επενδυτές που είναι ευαίσθητοι στις τιμές, προκαλώντας στροφή σε άλλα, πιο ριψοκίνδυνα περιουσιακά στοιχεία της οικονομίας και υποστηρίζοντας έτσι την αξία τους

Τρίτον, μέσω του καναλιού σηματοδότησης , με το οποίο οι αγορές περιουσιακών στοιχείων σηματοδοτούν την πρόθεση των κεντρικών τραπεζών να διατηρήσουν χαμηλότερα τα επιτόκια πολιτικής για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.

Αποτράπηκε η κατάρρευση

Σύμφωνα με την κ. Σνάμπελ, το πρόγραμμα αγορών έκτακτης ανάγκης για την πανδημία (PEPP) απέτρεψε την κατάρρευση του χρηματοπιστωτικού συστήματος όταν το σοκ της πανδημίας έπληξε τις οικονομίες μας και οι προοπτικές ήταν αβέβαιες.

«Λίγο πριν ξεκινήσει το Διοικητικό Συμβούλιο το PEPP τον Μάρτιο του 2020, οι χρηματοπιστωτικές αγορές είχαν παγώσει υπό το βάρος της αυξανόμενης αβεβαιότητας (…) Τα εταιρικά ομόλογα εξαπλώθηκαν και οι χρηματιστηριακές αγορές κατέρρευσαν με πρωτοφανή ρυθμό» τονίζει.

Καθώς η σκόνη του αρχικού σοκ απομακρύνθηκε, ο σκοπός του PEPP μετατοπίστηκε από τη σταθεροποίηση της αγοράς στην εξασφάλιση κατάλληλης στάσης νομισματικής πολιτικής. Τον Ιούνιο του 2020, οι προβλέψεις της ΕΚΤ εκτιμούσαν ότι ο πληθωρισμός θα ήταν πολύ κάτω από τον στόχο μεσοπρόθεσμα και αισθητά κάτω από το επίπεδο πριν από την πανδημία.

Σε εκείνο το σημείο, η αναπροσαρμογή χαρτοφυλακίου έγινε το κύριο κανάλι μετάδοσης των αγορών περιουσιακών μας στοιχείων. Παρόλο που μπορούσαμε να μειώσουμε τις μηνιαίες επείγουσες παρεμβάσεις μας κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2020 κατά 45% σε σύγκριση με την αιχμή τους υπό το φως των πιο ήρεμων χρηματοπιστωτικών αγορών, η εξαιρετικά μεγάλη παροχή δημόσιας και ιδιωτικής διάρκειας ως απάντηση στην πανδημία ήταν μια επαναλαμβανόμενη πηγή ανοδικής πίεσης αποδόσεις ομολόγων που δεν θα ήταν συνεπείς με τη δέσμευσή μας να αντιμετωπίσουμε την επίδραση της πανδημίας στην τροχιά του πληθωρισμού.

Οι εκτιμήσεις της ΕΚΤ υποδηλώνουν ότι η δεκαετής απόδοση του ΑΕΠ των τεσσάρων μεγαλύτερων χωρών της ζώνης του ευρώ θα ήταν πάνω από 50 μονάδες βάσης υψηλότερη ως απάντηση στην αύξηση του δημόσιου χρέους (διαφάνεια 5, αριστερό διάγραμμα).

Υπό αυτές τις συνθήκες, τα αποτελέσματα σηματοδότησης των αγορών περιουσιακών στοιχείων εξακολουθούν να είναι σχετικά μικρά, διότι η αγορά αναμένει ότι ο πληθωρισμός θα παραμείνει κάτω από τον στόχο για σημαντικό χρονικό διάστημα ούτως ή άλλως.

Οι χαμηλότερες αποδόσεις, με τη σειρά τους, στηρίζουν την οικονομία σε μια εποχή που-από μακροοικονομική σκοπιά-η ανάληψη κινδύνου είναι πολύ χαμηλή και όχι πολύ υψηλή. Οι επιδράσεις αναπροσαρμογής χαρτοφυλακίου συμβάλλουν στη μείωση του ασφαλίστρου κινδύνου ιδίων κεφαλαίων και ενισχύουν τον τραπεζικό δανεισμό όταν η συνολική ζήτηση έχει υποστεί σοβαρή πτώση.

Καταλήγοντας η κ. Σνάμπελ αναφέρει ότι «η πανδημία έδειξε ότι οι αγορές περιουσιακών στοιχείων είναι ένα απαραίτητο μέσο νομισματικής πολιτικής σε περιόδους στρες της αγοράς και οικονομικής ύφεσης, όταν τα περιθώρια μείωσης των επιτοκίων έχουν εξαντληθεί σε μεγάλο βαθμό».

Και προσθέτει ότι αφού ηρεμήσαμε τις χρηματοπιστωτικές αγορές, οι αγορές περιουσιακών στοιχείων βοήθησαν στην ενίσχυση της εμπιστοσύνης και στην ενίσχυση της οικονομίας και των προοπτικών πληθωρισμού.

«Καθώς οι οικονομικές συνθήκες αρχίζουν να ομαλοποιούνται και οι προοπτικές του πληθωρισμού βελτιώνονται, υπάρχει μια σταδιακή αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο οι αγορές περιουσιακών στοιχείων ωφελούν την οικονομία καθώς το κανάλι αναπροσαρμογής χαρτοφυλακίου ανοίγει το δρόμο για το κανάλι σηματοδότησης. Οι αγορές περιουσιακών στοιχείων μπορούν να χρησιμεύσουν όλο και περισσότερο ως μια ισχυρή συσκευή δέσμευσης, ενισχύοντας την καθοδήγηση και μειώνοντας την αβεβαιότητα σχετικά με τη μελλοντική πορεία της νομισματικής πολιτικής».

«Δεδομένης της υπολειπόμενης αβεβαιότητας σχετικά με την πανδημία και τις προοπτικές της οικονομίας και του πληθωρισμού, οι αγορές περιουσιακών στοιχείων – τόσο στο πλαίσιο του PEPP όσο και του APP – θα παραμείνουν κρίσιμες στο μέλλον, ανοίγοντας το δρόμο για την έξοδο από την πανδημία και προς την επίτευξη του στόχου μας για τον πληθωρισμό».

Πηγή: ΟΤ