Οι ισορροπίες των Ταλιμπάν και τα μηνύματα Κίνας, Ιράν και Ρωσίας

Η μετάβαση από το σύνηθες αίτημα για «δημοκρατική» διακυβέρνηση στη διεκδίκηση μιας «συμπεριληπτικής» κυβέρνησης στο Αφγανιστάν μόνο τυχαία δεν ήταν. Ούτε αποτύπωνε απλώς την αναγκαστική διαπίστωση ότι οι Ταλιμπάν δύσκολα θα προσαρμόζονταν σε μια «δυτικού τύπου» δημοκρατική διαδικασία. Πολύ περισσότερο αποτύπωνε τον πραγματικό κίνδυνο σε σχέση με το μέλλον του Αφγανιστάν.

Γιατί το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετώπισε το προηγούμενο διάστημα το Αφγανιστάν ήταν ακριβώς η δυσκολία να μπορέσει να έχει μια συνεκτική και ενιαία εκδοχή κρατικής εξουσίας που να εξασφαλίζει ότι η χώρα δεν ξανακυλά στον εμφύλιο πόλεμο. Αυτό είναι ένα στοιχείο που είχε να κάνει τόσο με τα όρια του nation-building που δοκίμασαν οι δυτικοί, που σήμαινε ότι η κυβέρνηση της Καμπούλ ποτέ δεν ήταν τόσο ισχυρή όσο παρουσιαζόταν, όσο και με το χαρακτήρας μιας χώρας με διαφορετικές εθνότητες και στην οποία οι δεσμοί με όρους φυλετικούς, οικογενειακούς ή τοπικούς είναι συχνά πιο ισχυροί από την οποιαδήποτε γενική αφγανική εθνική ταυτότητα.

Οι Ταλιμπάν θεωρούν ότι εκπροσωπούν μια εκδοχή αφγανικής εθνικής ταυτότητας, όμως την ίδια στιγμή το πρόβλημά τους ήταν πάντα η γείωση στους Παστούν και στις περιοχές που αυτοί κυριαρχούσαν. Αυτός τους έδινε, περιοχή αναφοράς (εξ ου και ότι οι συνεννοήσεις τους έγιναν στην Κανταχάρ) και εκπροσώπηση της μεγαλύτερης εθνότητας. Ταυτόχρονα, στοίχιζε στην επιφύλαξη των άλλων εθνοτικών ομάδων και των ανθρώπων που ζούσαν σε πόλεις όπως η Καμπούλ.

Σε όλα αυτά προστέθηκαν και διαιρέσεις στο εσωτερικό των Ταλιμπάν τα προηγούμενα χρόνια και το ερώτημα εάν πλέον αποτελούν ένα συνεκτικό πολιτικό σώμα. Οι διαιρέσεις αυτές αφορούσαν τη σχέση ανάμεσα στη μέχρι πρότινος εξόριστη ηγεσία, που με εκπρόσωπο κατεξοχήν τον Μουλά Αμπντούλ Γάνι Μπαραντάρ έχει δείξει κατεξοχήν μια πιο «πραγματιστική στάση», τους διοικητές των ενόπλων τμημάτων στο έδαφος του Αφγανιστάν και το ερώτημα για το εάν το δίκτυο Χακάνι, που στο παρελθόν υπήρξε πιο βίαιο, με εντονότερους δεσμούς με άλλες ένοπλες οργανώσεις και με μεγαλύτερους δεσμούς με τις πακιστανικές μυστικές υπηρεσίες, θα προσαρμοστεί στην πιο πραγματιστική και «συμφιλιωτική» τρέχουσα γραμμή της ηγεσίας.

Το άγχος των γειτονικών χωρών

Το μεγάλο άγχος ιδίως των γειτονικών χωρών θα ήταν η επιστροφή στον εμφύλιο πόλεμο, με αφετηρία το να τεθούν (ή να αισθάνονται ότι θέτονται) σε υποδεέστερη θέση οι μικρότητες εθνότητες, κυρίως οι Τατζίκοι και οι Σιίτες Χαζάροι. Ο φόβος τώρα για μια συνθήκη ένοπλης αντιπαράθεσης είναι πολλαπλός: τυχόν ανάφλεξη εμφύλιας διαμάχης στη χώρα και άρα απουσίας μιας κεντρικής εξουσίας με έλεγχο όλης της επικράτειας θα δώσει μεγαλύτερο περιθώριο σε ένοπλες οργανώσεις με το βλέμμα στο εξωτερικό να δράσουν: αυτό ανησυχεί όλες τις γειτονικές χώρες: το Ιράν, το Πακιστάν, τις χώρες της Κεντρικής Ασίας (και κατ’ επέκταση τη Ρωσία) και την Κίνα (που πάντοτε ανησυχεί για ενδεχόμενες ένοπλες δράσεις σε σχέση με τους Ουιγούρους).

Η στάση της Κίνας

Αυτό εξηγεί και το ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη σύγκρουση στην περιοχή του Παντσίρ. Η Κίνα, που ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για την ασφάλεια στα σύνορα Αφγανιστάν και Τατζικιστάν (και συνεργάζεται και με τις αρχές του Αφγανιστάν και η οποία έχει διατηρήσει επικοινωνία με τους Ταλιμπάν συμπεριλαμβανομένης και διάθεσης για αναβαθμισμένες οικονομικές σχέσεις, έχει κάνει σαφές ότι δεν θα ήθελε η σύγκρουση να ξεφύγει.

Την ίδια στιγμή η Κίνα επενδύει στη δυνατότητα αναβαθμισμένων σχέσεων. Ο διάλογος που είχε στις 2 Σεπτεμβρίου ο Κινέζος υφυπουργός εξωτερικών Γου Τζιανχάο με τον αναπληρωτή επικεφαλής του Πολιτικού Γραφείου των Ταλιμπάν στη Ντόχα, Μαουλάουι Αμπντούλ Σαλάμ Χανάφι ήταν χαρακτηριστικός. Ο Κινέζος αξιωματούχος υπογράμμισε ότι «το μέλλον και το πεπρωμένο του Αφγανιστάν βρίσκεται ξανά στα χέρια του αφγανικού λαού ξανά», σε μια σαφή κίνηση αναγνώρισης των Ταλιμπάν ως εκπροσώπων του αφγανικού λαού. Τόνισε τη θέση της Κίνας υπέρ της κυριαρχίας, ανεξαρτησίας και εδαφικής ακεραιότητας του Αφγανιστάν και επέμεινε στην ανάγκη το Αφγανιστάν να πετύχει σταθερότητα και ειρήνη.

Ενδιαφέρον είχε και η απάντηση του Αφγανού αξιωματούχου που χαρακτήρισε την Κίνα έναν αξιόπιστο φίλο του Αφγανιστάν, υπογράμμισε ότι οι Ταλιμπάν δεν θα επιτρέψουν σε καμία δύναμη να χρησιμοποιήσει το έδαφος του Αφγανιστάν για επιθέσεις εναντίον της Κίνας όπως και ότι θεωρούν τη συνεργασία με την πρωτοβουλία «Μία ζώνη, ένας δρόμος» κομβική για τα την ανάπτυξη και την ευημερία του Αφγανιστάν.

Η στάση του Ιράν

Αλλά και το Ιράν δείχνει να παίρνει μια ανάλογη θέση, υπογραμμίζοντας ότι η διαρκής ειρήνη και σταθερότητα μπορεί να εξασφαλιστεί στο Αφγανιστάν μέσα από συζητήσεις μεταξύ των ίδιων των Αφγανών χωρίς την παρέμβαση ξένων, με τον εκπρόσωπο του Ιρανικού υπουργείο Εξωτερικών να υπογραμμίζει ότι το Ιράν είναι σε συνεχή επαφή με όλες τις ομάδες του Αφγανιστάν και ότι ο λαός του Αφγανιστάν αξίζει μια λαϊκή και συμπεριληπτική κυβέρνηση που να αντανακλά την δημογραφική και εθνοτική σύνθεση της χώρας.

Πούτιν: η Ρωσία δεν επιθυμεί αποδιάρθρωση του Αφγανιστάν

Στο θέμα αναφέρθηκε και ο Ρώσος πρόεδρός Βλαντιμίρ Πούτιν στις 3 Σεπτεμβρίου όπου αφού υπογράμμισε ότι η πραγματικότητα είναι ότι οι Ταλιμπάν ελέγχουν σχεδόν όλη την επικράτεια του Αφγανιστάν, δήλωσε ότι «η Ρωσία δεν ενδιαφέρεται για την αποδιάρθρωση του Αφγανιστάν. Εάν συμβεί αυτό, τότε δεν θα υπάρχει κανένας για να μιλήσουμε μαζί του. Το Ισλαμικό Κίνημα του Ουζμπεκιστάν και πολλοί άλλοι στην επικράτεια του Αφγανιστάν αποτελούν απειλή για τους συμμάχους και τους γείτονές μας. Και εάν θυμηθούμε ότι δεν έχουμε περιορισμούς στις βίζα και το διασυνοριακό ταξίδι είναι στην πράξη ελεύθερο, είναι σαφές ότι για εμάς, για τη Ρωσία, όλα αυτά έχουν μεγάλη σημασία από την οπτική της διατήρησης της ασφάλειάς μας.

Ο πραγματιστικός τόνος του Μπλίνκεν

Πάντως και ο τόνος των δηλώσεων του Αμερικανού ΥΠΕΚ, Άντονι Μπλίνκεν κατέτειναν σε έναν ορισμένο πραγματισμό σε σχέση με την κατάσταση στο Αφγανιστάν. Οι δηλώσεις του στην περασμένη Παρασκευή ήταν χαρακτηριστικές: «Η προσδοκία μας ήταν να δούμε συμπεριληπτικότητα στην κυβέρνηση, αλλά τελικά η προσδοκία είναι να δούμε μια κυβέρνηση που τηρεί τις δεσμεύσεις που έχουν κάνει οι Ταλιμπάν, ιδίως σε σχέση με την ελευθερία του ταξιδιών, σε σχέση με το να μην επιτρέψουν να γίνει το Αφγανιστάν ως εφαλτήριο για τρομοκρατία εναντίον μας ή εναντίον των συμμάχων και συνεργατών μας, σε σχέση με το να τηρήσουν τα βασικά δικαιώματα του Αφγανικού λαού, συμπεριλαμβανομένων των γυναικών και των μειονοτήτων, σε σχέση με το να μην εμπλέκονται σε αντίποινα».

Τα μηνύματα από την Καμπούλ

Οι ίδιοι οι Ταλιμπάν υποστήριξαν πάντως ότι είχαν προσφέρει διέξοδο σε όσους αντιστέκονταν στο Παντσίρ, αλλά αυτή η προσφορά δεν έγινε δεκτή και άρα δεν είχαν άλλη επιλογή από το να πάρουν τον έλεγχο όλης της περιοχής, έστω και εάν οι ένοπλοι που αντιστέκονταν τους διέψευσαν.

Παράλληλα, η συνεχιζόμενη καθυστέρηση στην ανακοίνωση της κυβέρνησης δείχνει ότι ακόμη αναζητούνται οι ισορροπίες που θα της επιτρέπουν να χαρακτηριστεί «συμπεριληπτική». Ούτε είναι τυχαία ότι οι δηλώσεις των εκπροσώπων των Ταλιμπάν παραπέμπουν περισσότερο σε μια μεταβατική κυβέρνηση που θα προετοιμάσει τη διαδικασία παρά στην οριστική εκδοχή διακυβέρνησης. Πάντως βήματα όπως η προσπάθεια να ανοίξουν τράπεζες, ανταλλακτήρια συναλλάγματος και άλλες οικονομικές λειτουργίες, καθώς και δηλώσεις όπως ότι θα υποδεχτούν θετικά ξένες επενδύσεις (όπως δήλωσαν σε σχέση με τη Γερμανία), αλλά και η προσπάθεια να λειτουργήσει ξανά το αεροδρόμιο της Καμπούλ για πτήσεις εξωτερικού, παραπέμπουν σε μια προσπάθεια να δώσουν την εικόνα ότι η χώρα λειτουργεί «κανονικά». Πάντως μια «ανάσα» έδωσε η υπόσχεση του ΟΗΕ ότι θα συνεχιστεί τη βοήθεια σε συνάντηση που είχε ο Μάρτιν Γκρίφιθς, αναπληρωτής γενικός γραμματέας του ΟΗΕ για την ανθρωπιστική βοήθεια, με αντιπροσωπεία των Ταλιμπάν με επικεφαλής τον Μουλά Αμπντούλ Γάνι Μπαραντάρ.