Η επίσκεψη Μενέντεζ και τα 200 χρόνια από την Επανάσταση

Ηπορεία προς το «Forum Ελλάδα 2040» της Επιτροπής Ελλάδα 2021, που θα λάβει χώρα στις 19 Οκτωβρίου, ξεκίνησε με μία μείζονος σημασίας πρωτοβουλία της Επιτροπής: εννοώ την επίσκεψη του φιλέλληνα αμερικανού γερουσιαστή Ρόμπερτ Μενέντεζ, προέδρου της επιτροπής εξωτερικών σχέσεων της Αμερικανικής Γερουσίας, στην Αθήνα. Η αξία της άκρως επιτυχούς επίσκεψής του είναι διττή: ουσιαστική, αφού επισφράγισε σε ανώτατο επίπεδο τις άριστες σχέσεις Ελλάδας – ΗΠΑ σε μία εξαιρετικά κρίσιμη περίοδο για τις γεωπολιτικές ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο και στη Μέση Ανατολή (ειδικά μετά και τα τελευταία γεγονότα στο Αφγανιστάν), αλλά και συμβολική, αφού το επιστέγασμά της, η ομιλία του στο εμβληματικό Μουσείο της Ακρόπολης, εξήρε τη σημασία που στο φαντασιακό των δημοκρατικών ανά τον κόσμο συνεχίζει να κατέχει εδώ και διακόσια χρόνια η Ελληνική Επανάσταση ως ιστορικό και πολιτικό γεγονός που προήγαγε την υπεράσπιση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων, υπονομεύοντας τις συνθήκες και τις ιδεολογίες που τα αντιμάχονταν.

Η Ελλάδα αντιμετωπίζει σήμερα τις σημαντικότερες εξωτερικές προκλήσεις στα ανατολικά της σύνορα μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο. Τα προβλήματα αυτά, όπως βεβαίως και η τουρκική εισβολή, εντάσσονται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο διακρατικών σχέσεων και συμφερόντων, που διάφορα κράτη, συμπεριλαμβανομένων αρκετών ευρωπαϊκών, τα αντιμετωπίζουν, ως συνήθως, υπό το πρίσμα της Realpolitik. Mέχρι τώρα η Ευρώπη ως σύνολο δεν έχει σταθεί στο ύψος των περίπλοκων γεωπολιτικών περιστάσεων στην περιοχή. Ακόμη αναρωτιέται αν θα πρέπει να υιοθετήσει κοινή αμυντική, και όχι μόνο νομισματική, πολιτική… Αφήνω προς το παρόν κατά μέρος την τεράστια ανθρωπιστική, προσφυγική κρίση, που θα ενταθεί πολύ περισσότερο τους επόμενους μήνες. Πρόκειται για ζήτημα σχετικά με το οποίο η πλειονότητα των ευρωπαϊκών κρατών έχει προκλητικά περιορισθεί σε ευχολόγια και γραφειοκρατικές διελκυστίνδες, στις καλύτερες των περιπτώσεων.

Διακόσια χρόνια μετά την Ελληνική Επανάσταση, η οποία οδήγησε στη δημιουργία του ελληνικού κράτους, η Ελλάδα καλείται να εδραιώσει τη σταθεροποιητική της παρουσία στη Νοτιοανατολική Ευρώπη και στις θαλάσσιες πύλες προς τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική. Για να το επιτύχει αυτό, χρειάζεται να κάνει νουνεχείς επιλογές βασιζόμενες, μακριά από αγκυλώσεις ή ανασφάλειες δεκαετιών, στην αυτοπεποίθηση που πρέπει να της δίνουν οι συνεργασίες της στα διάφορα διεθνή φόρα και κυρίως η προσήλωσή της στο διεθνές δίκαιο. Οπως έχω ισχυρισθεί σε προηγούμενο άρθρο μου εδώ πριν από πολλούς μήνες, ο νεομεσαιωνισμός και ο νεομεσσιανικός ισλαμισμός της σημερινής τουρκικής ηγεσίας αντί να φοβίζει την Ελλάδα, αν τη φοβίζει, πρέπει να γίνει μοχλός ανάδειξης των δικών της προτερημάτων. Βεβαίως, αυτό απαιτεί συμμαχίες.

Στη συγκεκριμένη συγκυρία οι ΗΠΑ δρουν ως ο πιο αποφασιστικός σύμμαχος της Ελλάδας και αυτήν την πραγματικότητα ήρθε να επιβεβαιώσει ο γερουσιαστής Μενέντεζ. Η πρόσκληση της προέδρου της Επιτροπής «Ελλάδα 2021» Γιάννας Αγγελοπούλου στον σπουδαίο και σθεναρό αυτόν φιλέλληνα είναι μία σοφή και οξυδερκής επιλογή πρωτίστως για τους λόγους που έχω εν συντομία ήδη εκθέσει και επίσης επειδή προβάλλει τη διαχρονική αξία του φιλελληνισμού, από τον Διαφωτισμό και τον Ρομαντισμό, από την εποχή των Thomas Jefferson, Edward Everett, Samuel Gridley Howe, Jonathan Peckham Miller, μέχρι σήμερα. Επιπλέον, η εν λόγω πρόσκληση δίδει και το στίγμα των προτεραιοτήτων της συγκεκριμένης Επιτροπής. Χωρίς να αγνοήσει τη συμβολική σημασία και τελετουργική λειτουργικότητα επετειακών εκδηλώσεων ανά την Ελλάδα, η Επιτροπή έμφαση δίδει σε δραστηριότητες και πρωτοβουλίες που αναμένεται να έχουν αποτελέσματα εις βάθος χρόνου, τόσο σε κρατικό όσο και σε τοπικό επίπεδο.

Αυτό το οποίο χρειάζεται σήμερα η Ελλάδα ως οργανωμένη πολιτεία και ως κοινωνία που δοκιμάσθηκε τουλάχιστον τα τελευταία δέκα χρόνια είναι όχι ρητορικοί υπερπατριωτικοί βαυκαλισμοί, αλλά προσεκτική και δημιουργική διερεύνηση των προκλήσεων τις οποίες θα κληθεί να αντιμετωπίσει η χώρα τα επόμενα χρόνια σε διάφορους τομείς και των σχετικών δυνατοτήτων και προοπτικών της μέσα σε έναν κόσμο που αλλάζει συνεχώς και ριζικά λόγω κυρίως της παγκοσμιοποίησης. Κατά τη γνώμη μου, η διερεύνηση αυτή πρέπει να συνεχισθεί και τα επόμενα χρόνια και να μην ολοκληρωθεί με το τέλος του έτους ή το Forum του Οκτωβρίου. Η επετειακή αυτή χρονιά πρέπει να λειτουργήσει ως αρχή, όχι ως το επιστέγασμα ούτε βεβαίως το τέλος αυτής της πορείας αναστοχασμού και πιθανής επαναχάραξης των προτεραιοτήτων της Ελλάδας, διακόσια χρόνια μετά την επανάσταση που οδήγησε στη συγκρότησή της ως διοικητικά ανεξάρτητου κράτους.

Ο Παναγιώτης Ροϊλός είναι καθηγητής Ελληνικών Σπουδών, κάτοχος της Εδρας Γ. Σεφέρη, Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ, επιστημονικός εταίρος στο Κέντρο Διεθνών Σχέσεων Weatherhead