Ο Αύγουστος που καθορίζει την ατζέντα έως τα Χριστούγεννα

Τα προβλήματα του Αυγούστου σπάνια απασχολούν ακόμα το φθινόπωρο, όταν τα μπάνια του λαού τελειώνουν. Ομως αυτός ο Αύγουστος, συμβαδίζοντας με την εποχή του, δεν ήταν σαν τους υπόλοιπους: ξεκίνησε με ανησυχία για τη ροή των εμβολιασμών, συνέχισε με πυρκαγιές που έκαιγαν για μέρες και έσβησαν στη θάλασσα και κλείνει με την ανησυχία για ένα νέο προσφυγικό κύμα από το Αφγανιστάν, που αναπόφευκτα θα φτάσει στα ελληνικά σύνορα, τα οποία αποτελούν και σύνορα της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Αυτή τη φορά, ο Αύγουστος όχι μόνο επηρεάζει το φθινόπωρο, αλλά φτιάχνει την ατζέντα τουλάχιστον μέχρι τα Χριστούγεννα.

Νέα εποχή για την κυβέρνηση

Η κυβέρνηση θα έρθει αντιμέτωπη με τη νέα πραγματικότητα που σχηματίζεται με τον μισό πληθυσμό εμβολιασμένο και τον άλλο μισό ανεμβολίαστο. Τα μέτρα που ανακοινώθηκαν την προηγούμενη εβδομάδα έφεραν αντιδράσεις σε όσους δεν έχουν ακόμα εμβολιαστεί, αλλά και στην αντιπολίτευση. Η κατάσταση επιτρέπει μεγαλύτερες αντιπολιτευτικές κινήσεις, όμως ακόμα παραμένει άγνωστο ποια πολιτική κοινοβουλευτική δύναμη θα μπορέσει να προσεγγίσει τους ανεμβολίαστους, καθώς, παρά τις επιμέρους τοποθετήσεις των στελεχών τους, όλα τα κόμματα πλην της Ελληνικής Λύσης έχουν ταχθεί επισήμως υπέρ του εμβολίου. Οσο πιο πολύ σκληρύνουν τα μέτρα, τόσο πιο πολύ θα προσπαθήσει η άλλη πλευρά να βρει πολιτική έκφραση.

Παράλληλα, οι πυρκαγιές τσαλάκωσαν τη μέχρι σήμερα εικόνα της διαχειριστικής επάρκειας της κυβέρνησης – και αυτό φάνηκε τόσο από την παραδοχή των λαθών από τον Κυριάκο Μητσοτάκη και τη συγγνώμη του όσο και από τον θυμό που υπάρχει στις τοπικές κοινωνίες απέναντι στην κυβέρνηση. Στο Μέγαρο Μαξίμου γνωρίζουν τη δύναμη που μπορεί να έχουν οι αντιδράσεις στις φυσικές καταστροφές: ο Αλέξης Τσίπρας έχασε σημαντική υποστήριξη μετά το Μάτι, ενώ ο προεκλογικός καταποντισμός του Γερμανού Αρμιν Λάσετ ξεκίνησε όταν η κάμερα τον έπιασε να γελάει, σε μια επίσκεψη στις πλημμυρισμένες περιοχές της χώρας. Γι’ αυτό φροντίζουν να μιλήσουν για την επιλογή της εκκένωσης, γνωρίζοντας πως στον τελικό απολογισμό οι ανθρώπινες απώλειες μετράνε περισσότερο.

Στο νέο προσφυγικό κύμα που έρχεται, η σκληρή στάση του κόμματος, που θέλει την Ελλάδα να μη γίνεται «ξέφραγο αμπέλι», θα κοντραριστεί, έστω συμβολικά, με τα ανοίγματα στο Κέντρο. Το προηγούμενο διάστημα, στο υπουργείο Μετανάστευσης τοποθετήθηκαν στελέχη που προέρχονται από τη ΝΔ – και αν δεν υπάρξει κάποια σημαντική αλλαγή στον πιθανολογούμενο ανασχηματισμό, η σημερινή γραμμή θα παραμείνει σε ισχύ. Η συγκεκριμένη αντίδραση συσπειρώνει το δεξιό ακροατήριο, που ενίοτε θεωρεί εαυτόν παραμελημένο, ωστόσο δεν είναι πάντα αποδεκτή από τη σημαντική κεντρώα ομάδα ψηφοφόρων που στήριξε τη ΝΔ κυρίως λόγω του Μητσοτάκη.

Ευκαιρία για την αντιπολίτευση

Από αυτόν τον Αύγουστο και έπειτα, το πεδίο πάνω στο οποίο ασκεί κριτική στην κυβέρνηση διευρύνεται για την αντιπολίτευση. Στην πανδημία, ακόμα και όταν τα επιδημιολογικά δεδομένα οδηγούσαν σε συνεχή παράταση του λοκντάουν, υπήρχε πάντα η αίσθηση της συγκυριακής δυσκολίας. Οσο περνάει ο καιρός, τόσο η δυσφορία των πολιτών αυξάνεται – και αυτή τη φορά το άλλοθι του πρωτόγνωρου ή του αναπόφευκτου δεν είναι τόσο ισχυρό. Στο θέμα των πυρκαγιών, το σύνολο της αντιπολίτευσης κατάφερε να αφουγκραστεί τους κατοίκους στις καμένες περιοχές, χωρίς ωστόσο να έχει κάνει κάτι παραπάνω από αυτοψίες στα καμένα – για τον ΣΥΡΙΖΑ ειδικά η σύγκριση με το Μάτι βγαίνει πάντα εις βάρος του, κι ας «κρίθηκε στις εκλογές», όπως είπε ο πρόεδρός του. Το Κίνημα Αλλαγής παίζει δυνατά το χαρτί της επιχειρησιακής ευθύνης, αλλά και της πολιτικής, ζητώντας παραιτήσεις υπουργών, ενώ μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι κινήσεις του ΜέΡΑ25 που φαίνεται πως θέλει να κινηθεί ως έναν βαθμό αντισυστημικά.

Ακόμα όμως και τώρα, που η βεντάλια έχει ανοίξει, η αντιπολίτευση λειτουργεί υποτονικά, πράγμα που αντικατοπτρίζεται και στα ποσοστά της, που μένουν εν πολλοίς σταθερά. Δύσκολα θα βοηθήσει στην προσπάθειά της το Προσφυγικό: τα μεγαλύτερα κόμματα της αντιπολίτευσης αυτοπροσδιορίζονται ως προοδευτικά, με παρελθόν ανεκτικότητας στις προσφυγικές και μεταναστευτικές ροές. Την ίδια ώρα το μεγαλύτερο μέρος των ελλήνων πολιτών, ειδικά στα ανατολικά σύνορα προς την Τουρκία, δείχνει να συμφωνεί με την αποτρεπτική ορολογία που χρησιμοποιεί το τελευταίο διάστημα η κυβέρνηση, με το μυαλό στο βάρος που σήκωσαν τα hotspots από το 2015 και μετά.

Διαδικασία ώσμωσης

Τα παράλληλα ανοιχτά θέματα εγείρουν τον ίδιο κίνδυνο με τον οποίο είχαν έρθει αντιμέτωπες οι κυβερνήσεις των πρώτων Μνημονίων: τη γενικευμένη αγανάκτηση. Σε αυτό επένδυσαν (και επενδύουν ακόμα) οι ανεμβολίαστοι, όμως δεν έφτασαν ποτέ να αποτελούν ένα οργανωμένο κίνημα – στις εικόνες από τις συγκεντρώσεις στο Σύνταγμα, πέραν του αριθμού των συγκεντρωμένων που δεν είναι μεγάλος, αλλά ούτε αμελητέος, ξεπροβάλλουν ακραίες απόψεις που μπορεί να αποδομηθούν εύκολα στα μάτια των διστακτικών και όχι των ψεκασμένων.

Στις πυρκαγιές, η οργή των πολιτών στις περιοχές που κάηκαν φάνηκε στα ζωντανά ρεπορτάζ των τηλεοπτικών καναλιών. Συνήθως αυτού του είδους η οργή έχει ημερομηνία λήξης – ειδικά αν το σχέδιο για την ανασύσταση συνοδεύεται από τις απαραίτητες χρηματικές επιδοτήσεις. Μπορεί η μια διαμαρτυρόμενη ομάδα να συναντήσει την άλλη; Με βάση το πρόσφατο παρελθόν της πλατείας, ένα τέτοιο εγχείρημα δεν είναι εκ προοιμίου καταδικασμένο να αποτύχει. Αν, μάλιστα, βρεθεί και κάποια πολιτική στήριξη, εκτιμούν όσοι μελέτησαν τους Αγανακτισμένους, τότε ακόμα και η διαδικασία ώσμωσης απλοποιείται.

Η πιθανότητα συντονισμένης αντιδραστικής ψήφου, όχι απέναντι σε μια συγκεκριμένη επιλογή αλλά απέναντι στη γενική κατάσταση που επικρατεί από την αρχή της πανδημίας, δημιουργεί προβληματισμό τόσο στην κυβέρνηση όσο και στην αντιπολίτευση – ο πολιτικός χάρτης έχει αλλάξει πολύ από την τελευταία φορά που το πολιτικό σύστημα βρέθηκε αντιμέτωπο με κάτι τέτοιο. Μέχρι τώρα, το σενάριο δεν φαίνεται πολύ ρεαλιστικό, όμως το επόμενο διάστημα οι χειρισμοί όλων των πλευρών μπορεί τελικά να έχει τα αντίθετα από τα επιθυμητά αποτελέσματα. Σε μια τέτοια περίπτωση, δεν θα είναι μόνο η κυβέρνηση που θα κληθεί να αποφασίσει τις κινήσεις της, αλλά και η αντιπολίτευση: ο ΣΥΡΙΖΑ θα πρέπει να αποφασίσει ποια από τις δύο γραμμές του θα υπερισχύσει και το ΚΙΝΑΛ πώς θα χειριστεί μια κατάσταση που την προηγούμενη φορά βίωσε από τη θέση του αμυνόμενου.