«Πάρε το τζετ και φέρε μου μία κέτσαπ» – Οι εξωφρενικές επιθυμίες των μεγιστάνων

Ενας σύμβουλος πολυτελών ξενοδοχείων αφηγείται στον ταξιδιωτικό συντάκτη των λονδρέζικων «Times» πώς μια νέα μονάδα στις Μπαχάμες προσπάθησε να προσελκύσει τους μεγιστάνες του πλούτου. Οπως λέει, εστάλησαν στους παραλήπτες ιδιόχειρες επιστολές, σε ακριβές κάρτες με σπάνια γραμματόσημα, προσκαλώντας τους να περάσουν εκεί τις διακοπές τους.

Οσο για το κόστος της διανυκτέρευσης, είχε οριστεί στα 25.000 δολάρια, καθώς οι μάνατζερ της μονάδας θεώρησαν πως η τιμή αυτή ήταν ιδανική για να συνδυάσει τις παροχές, τις απαιτήσεις και τις δυνατότητες των δυνάμει πελατών.

Φευ! Επειτα από αρκετό καιρό, με έκπληξή τους οι αποστολείς διαπίστωσαν πως δεν υπήρχε ούτε ένας ο οποίος να έχει ανταποκριθεί στην πρόσκληση, δηλώνοντας το ενδιαφέρον του ή, έστω, επικοινωνώντας για να ζητήσει περισσότερες πληροφορίες. Ετσι, αποφάσισαν να προχωρήσουν στην επόμενη κίνησή τους, χωρίς να είναι βέβαιο ότι θα αποδώσει και διακινδυνεύοντας να «κάψουν» από νωρίς την επένδυσή τους: διπλασίασαν την τιμή και όρισαν το κόστος ανά διανυκτέρευση στα 50.000 δολάρια.

Και τότε, το θαύμα έγινε! «Οι κρατήσεις ξεκίνησαν, καθώς (οι ενδιαφερόμενοι) ήξεραν πως η τιμή αυτή θα ήταν ενδεχομένως πολύ υψηλή για «τους πολλούς»», εξήγησε ο ξενοδοχειακός σύμβουλος.

Περιέγραψε, έτσι, μια κατάσταση η οποία όχι απλώς δεν αποτελεί εξαίρεση, αλλά μάλλον συνιστά τον κανόνα για τον κόσμο των μεγιστάνων του πλούτου – για εκείνο το περιβόητο 1% ή και ακόμη λιγότερο του παγκόσμιου πληθυσμού που ζει εις βάρος του υπόλοιπου 99% -, ο οποίος αποδεικνύεται πως είναι εντελώς διαφορετικός σε σύγκριση με τον κόσμο των «κοινών θνητών» και όσον αφορά τις διακοπές.

Πρόκειται για έναν κόσμο στον οποίο μπορεί κανείς να συναντήσει κάποιον μάνατζερ ξενοδοχείου στη Γαλλική Πολυνησία, ο οποίος έχει αναγκαστεί να οργανώσει την… υποδοχή ενός τεστ εγκυμοσύνης που θα έφτανε με ιδιωτική πτήση, έπειτα από παραγγελία μιας πελάτισσας η οποία θεώρησε πως είχε καθυστέρηση στην περίοδό της. Ή τον σεφ κάποιας άλλης μονάδας στην Καραϊβική, ο οποίος βρέθηκε αντιμέτωπος με την απαίτηση να προσφέρει μια συγκεκριμένη μάρκα κέτσαπ και αναγκάστηκε να τη φέρει από μακρινή πόλη, επίσης με ιδιωτικό αεροσκάφος.

Και ακόμη, τον υπεύθυνο ενός πολυτελούς σαλέ στις αυστριακές Αλπεις, με κόστος διαμονής 120.000 ευρώ την εβδομάδα, όπου μια ομάδα επισκεπτών ζήτησε και κατάφερε να της σερβιριστεί ένα (ξαναζεσταμένο) μενού των Brick Lane, που έφτασε με ειδική πτήση από το Λονδίνο στο Ινσμπρουκ. Αλλά και τον υπεύθυνο κάβας σε κάποια άλλη μονάδα, όπου συχνάζουν ρώσοι ολιγάρχες, ο οποίος φροντίζει να έχει μόνο περιορισμένο αριθμό από φιάλες πανάκριβων κρασιών ή σαμπάνιας, αξίας ως και 2.800 ευρώ, καθώς οι πελάτες του παραγγέλνουν ακριβώς αυτές και, εάν δεν βάλουν μέτρο, η ζήτηση θα μπορούσε να ξεπεράσει τις διαθέσιμες ποσότητες.

«Τέτοιου είδους περιστατικά, περισσότερο από αντάξια ενός σεναρίου για τον «Λευκό Λωτό» (μια σειρά που ξεκίνησε να προβάλλεται την προηγούμενη εβδομάδα στο δίκτυο Sky Atlantic και πραγματεύεται τη ζωή ένα εξωτικό θέρετρο για πλουσίους στη Χαβάη), αποτελούν απολύτως σοβαρά παραδείγματα για τις απαιτήσεις που προβάλλουν οι πελάτες υψηλής αξίας. Οσο για την εμπειρία τού να εργάζεται κανείς σε ένα τέτοιο ξενοδοχείο, για να το θέσω πολύ ήπια, είναι κάτι απίστευτα δύσκολο», γράφει ο συντάκτης των «Times», συμπυκνώνοντας το συμπέρασμά του μετά τις συνομιλίες που είχε με δεκάδες στελέχη τέτοιων επιχειρήσεων.

Ιδού τι του είχε πει ο μάνατζερ μιας μονάδας που βρίσκεται σε κάποιο ιδιωτικό νησί στο σύμπλεγμα των Φίτζι, όπου το κόστος διαμονής ξεκινά από τις 30.000 στερλίνες για μία εβδομάδα σε βίλα δύο δωματίων, με θέα το απέραντο γαλάζιο του ωκεανού.

«Καθίσταται απολύτως σαφές προς το προσωπικό μας ότι, όσο ανόητο και παράδοξο και αν φαντάζει κάτι, πρέπει να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου να εκπληρώνει τις επιθυμίες των πελατών μας. Δεν αρκεί απλώς η προσπάθεια. Πολλοί από τους ανθρώπους που μένουν εδώ κατέχουν θέσεις στις οποίες, στην καθημερινή τους ζωή και δραστηριότητα, δεν έχουν ακούσει ποτέ «όχι» και αυτό δεν είναι κάτι που πρόκειται να αλλάξει εδώ».

Σε γυμναστήρια και σε χαμάμ

Οι αποκαλύψεις του ίδιου ρεπορτάζ είναι πολλές – και θα μπορούσαν να είναι σπαρταριστές, εάν δεν ήταν τόσο εξοργιστικές.

Για παράδειγμα, μία από τις πιο συχνές απαιτήσεις των μεγιστάνων σε πολυτελή παραθεριστικά θέρετρα είναι η ακόλουθη: «Δεν θέλουν να βρίσκονται σε κοινή θέα στα γυμναστήρια για τους πολλούς. Ετσι, όταν κάποιοι ολιγάρχες νοικιάζουν έναν ολόκληρο όροφο κάποιου ξενοδοχείου, συχνά απαιτούν μία από τις σουίτες να μετατραπεί σε γυμναστήριο, το οποίο θα μπορούν να χρησιμοποιούν με τον προσωπικό τους γυμναστή», περιγράφει ένα άλλο ξενοδοχειακό στέλεχος.

Με βάση όλα τα παραπάνω, δεν προκαλεί σε κανέναν εντύπωση το γεγονός ότι, μόλις γίνει γνωστό ότι κάποιος μεγιστάνας του πλούτου πρόκειται να περάσει τις διακοπές του σε μια τοποθεσία, οι ιδιοκτήτες και οι μάνατζερ των τοπικών πολυτελών μονάδων προσπαθούν κυριολεκτικά να… αρπάξουν τον πελάτη ο ένας από τα χέρια του άλλου. Φτάνουν δε μέχρι και να προσφέρουν δωρεάν διαμονή στους καπετάνιους – και στις οικογένειές τους – των γιοτ που τους μεταφέρουν, ελπίζοντας να πείσουν και τα αφεντικά τους να τους προτιμήσουν.

«Εάν αυτό απαιτείται για να κερδίσεις τον πελάτη, αξίζει τον κόπο», λέει χαρακτηριστικά ένας μάνατζερ ο οποίος έχει βρεθεί σε παρόμοια θέση. Είναι πολλά τα λεφτά…