Εμβόλιο: Οι ενισχυτικές δόσεις «τελικά θα ενισχύσουν τον κοροναϊό»

Η πρόωση χορήγηση τρίτης, ενισχυτικής δόσης εμβολίου Covid-19 σε όλους τους ενήλικες απειλεί να εκτροχιάσει τις προσπάθειες για εμβολιασμό των φτωχότερων χωρών και τελικά ίσως επιδεινώσει την πανδημία για όλο τον πλανήτη, προειδοποιεί ο επικεφαλής της πρωτοβουλίας GAVI για την ισότιμη πρόσβαση στα εμβόλια.

Ο λόγος που ο ρυθμός νέων κρουσμάτων και θανάτων συνεχίζει να αυξάνεται είναι ότι «δεν χρησιμοποιούμε τις διαθέσιμες δόσεις με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο», γράφει σε ανάρτησή του ο Σεθ Μπέρκλεϊ, διευθύνων σύμβουλος του μη κερδοσκοπικού οργανισμού.

Ενώ κάποιες χώρες έχουν ήδη εμβολιάσει τα δύο τρίτα του πληθυσμού τους, μόνο το 1,1% των πολιτών σε χώρες χαμηλού εισοδήματος έχουν λάβει έστω και την πρώτη δόση.

Το πρόβλημα, εξηγεί ο Μπέρκλεϊ, είναι ότι η παραγωγή των φαρμακοβιομηχανιών δεν επαρκεί για όλο τον πλανήτη. Αν η παραγωγή διατεθεί για τη χορήγηση αναμνηστικής δόσης, λιγότερες δόσεις θα μείνουν διαθέσιμες για τον αναπτυσσόμενο κόσμο, είναι το βασικό επιχείρημα του Μπέρκλεϊ.

«Αν κάποιες χώρες υψηλού εισοδήματος αρχίσουν τώρα να προσφέρουν ενισχυτικές δόσεις, άλλες χώρες αναπόφευκτα θα ακολουθήσουν το παράδειγμα και οι επιπτώσεις στον παγκόσμιο εφοδιασμό θα είναι καταστροφικές» γράφει.

Το ίδιο επιχείρημα επικαλείται εξάλλου ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, ο οποίος ζητά από τις ανεπτυγμένες χώρες να αναβάλλουν τις ενισχυτικές δόσεις μέχρι να εμβολιαστεί μεγαλύτερο μέρος του παγκόσμιου πληθυσμού.

Η αποτυχία εμβολιασμού των φτωχών σημαίνει ότι ο ιός θα συνεχίσει να εξαπλώνεται στις ξεχασμένες χώρες και θα έχει έτσι την ευκαιρία να εξελιχθεί σε πιο μεταδοτικά στελέχη, έχει προειδοποιήσει ο ΠΟΥ.

Το πρόγραμμα COVAX, το οποίο συντονίζουν η GAVI και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, ελπίζει να διαθέσει περίπου δύο δισεκατομμύρια δόσεις εμβολίων σε φτωχές χώρες μέχρι τον επόμενο Φεβρουάριο. Ο στόχος θα ήταν απίθανο να επιτευχθεί αν οι πλούσιες χώρες δεσμεύσουν όλη την παραγωγή, προειδοποιεί ο Μπέρκλεϊ.

Ο επικεφαλής του GAVI τονίζει επίσης ότι η αξία των ενισχυτικών δόσεων παραμένει ασαφής. Αναγνωρίζει μεν ότι τα επίπεδα αντισωμάτων που προσφέρει ο αρχικός εμβολιασμός μπορεί να φθίνουν, επισημαίνει ωστόσο ότι η πτώση των αντισωμάτων δεν σημαίνει απαραίτητα και πτώση της προστασίας, δεδομένου ότι άλλοι παράγοντες, όπως τα Τ-κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος, παίζουν σημαντικό ρόλο.

Επιπλέον, τα εμβόλια παραμένουν αποτελεσματικά στην πρόληψη της σοβαρής νόσου και της νοσηλείας, παρά την παρατηρούμενη πτώση των αντισωμάτων.

«Πρακτικά όλες οι νοσηλείες λόγω Covid-19 αφορούν ανθρώπους που δεν έχουν εμβολιαστεί» γράφει ο Μπέρκλεϊ, κάτι που σημαίνει ότι η ενισχυτική δόση δεν θα προσέφερε οφέλη.

Ενισχυτικές δόσεις ίσως χρειάζονται σήμερα μόνο για τους ηλικιωμένους και τα άτομα με εξασθενημένο ανοσοποιητικό σύστημα.

Για τον υπόλοιπο πληθυσμό, η τρίτη δόση θα είχε νόημα μόνο σε περίπτωση εμφάνισης νέων ανθεκτικών στελεχών.

«Αν χρησιμοποιήσουμε τις ενισχυτικές δόσεις νωρίτερα από ό,τι πρέπει, αυξάνουμε την πιθανότητα να γίνουν τελικά οι ενισχυτικές δόσεις απαραίτητες» γράφει ο Μπέρκλεϊ.