Καύσωνας και πυρκαγιές εκτοξεύουν τον πληθωρισμό – Αισχροκέρδεια καταγγέλει το ΙΝΚΑ

Στις πρόσφατες πυρκαγιές αποδίδουν το νέο κύμα ακρίβειας, που έγινε άμεσα ορατό στα οπωροκηπευτικά προϊόντα, εκτιμήσεις της αγοράς, μόνο που οι ίδιοι οι παραγωγοί και πωλητές λαϊκών αγορών έχουν διαφορετική άποψη.

«Το βασικό χτύπημα, το έφερε ο καύσωνας, δημιουργώντας προβλήματα κυρίως στα εποχικά είδη και στη μεταφορά των αγαθών. Ευπαθή προϊόντα σχεδόν καταστράφηκαν από τη ζέστη, με αποτέλεσμα να υπάρξει έλλειψη και ραγδαία αύξηση των τιμών. Για παράδειγμα, οι ντομάτες στις λαϊκές αγορές από 1-1,5 ευρώ το κιλό, την περασμένη εβδομάδα έφτασαν τα 2 ευρώ», δήλωσε ο Παντελής Μόσχος, πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Παραγωγών – Πωλητών Λαϊκών Αγορών, μιλώντας στην «Εφ.Συν.».

Οι ανατιμήσεις στις λαϊκές αγορές, οι οποίες είναι ακόμα μεγαλύτερες στα συνοικιακά οπωροπωλεία, προϊδεάζουν για γενικευμένες αυξήσεις και στα σούπερ μάρκετ.

Ο εκπρόσωπος των παραγωγών λαϊκών αγορών αποφεύγει να μιλήσει για ποσοστιαία νούμερα, αρνούμενος να σχολιάσει εμπειρικές εκτιμήσεις που κάνουν λόγο για αυξήσεις από 30% ώς 150% την περασμένη εβδομάδα. Προσθέτει ωστόσο ότι το αυξημένο κόστος της παραγωγής, λόγω συνεχιζόμενων ανατιμήσεων στα καύσιμα και τις πρώτες ύλες, συμπαρασύρει τις τιμές παραγωγού και, με τη σειρά τους, την τελική τιμή καταναλωτή.

Όσο για τις νέες καταστροφικές πυρκαγιές που έπληξαν καλλιέργειες σε αγροτικές περιοχές της Πελοποννήσου και της Εύβοιας, ο Π. Μόσχος θεωρεί ότι οι επιπτώσεις θα φανούν εντονότερα τους επόμενους μήνες.

Την ερμηνεία των παραγωγών δεν συμμερίζονται εκπρόσωποι των καταναλωτών, όπως ο Γιώργος Λεχουρίτης, πρόεδρος του Ινστιτούτου Καταναλωτών ΙΝΚΑ. «Πάντα υπάρχει μια δικαιολογία για τις αυξήσεις στα τρόφιμα, πότε το χαλάζι, πότε οι πλημμύρες, πότε ο καύσωνας. Η αλήθεια είναι ότι επειδή δεν υπάρχει έλεγχος στην αγορά, η αισχροκέρδεια επικρατεί. Από την άνοιξη παρατηρούνται παράλογες αυξήσεις σε μια σειρά καταναλωτικά αγαθά, οι οποίες κορυφώθηκαν τον Αύγουστο με αφορμή τις πυρκαγιές και τις ακραίες θερμοκρασίες», καταλήγει ο πρόεδρος του ΙΝΚΑ.

Το κύμα ανατιμήσεων καταγράφεται και στα τελευταία στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ με άνοδο 1,4% στον Γενικό Δείκτη Τιμών Καταναλωτή του Ιουλίου, η οποία προέρχεται κυρίως από τις αυξήσεις σε είδη διατροφής (1,7%), στη στέγαση (4,2%) και στις μεταφορές (5,8%).

Οι αυξήσεις είναι ακόμα μεγαλύτερες σε υποκατηγορίες προϊόντων όπως το κρέας (13,2% σε αρνί και κατσίκι, η οποία αντισταθμίζεται από μειώσεις στο χοιρινό λόγω της εξομάλυνσης των διεθνών τιμών), 16,3% στα βρώσιμα έλαια (πλην ελαιόλαδου), 6,6% στα νωπά ψάρια, 8% στα νωπά λαχανικά, 5,2% στα νωπά φρούτα, 3,5% στα τυριά, 2,6% στο ελαιόλαδο.

Εντυπωσιακή είναι η αύξηση στο φυσικό αέριο (72,3%), σε καύσιμα και λιπαντικά (16,6%), πετρέλαιο θέρμανσης (28,9%). Αύξηση 20% καταγράφει από την αρχή της χρονιάς η τιμή της αμόλυβδης βενζίνης, ακολουθώντας τη διεθνή τιμή του πετρελαίου που μένει σταθερά πάνω από τα 73 δολάρια το βαρέλι, με αποτέλεσμα η μέση τιμή να διαμορφώνεται στο 1,7 ευρώ το λίτρο, ενώ σε νησιωτικές περιοχές αγγίζει το 1,95 ευρώ.

Στην Ελλάδα, μολονότι ο Δείκτης Τιμών Καταναλωτή παραμένει σε χαμηλά επίπεδα σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (1,4% τον Ιούλιο έναντι 2,2% στην Ε.Ε.), παρουσιάζει έναν από τους πιο ισχυρούς ρυθμούς αύξησης στην Ευρώπη, καθώς στα τέλη του 2020 και τους πρώτους μήνες του 2021 ήταν αρνητικός. Ακόμα πιο ανησυχητικές είναι οι προβλέψεις για τον Δείκτη Τιμών Καταναλωτή του Αυγούστου, ο οποίος δεν αποκλείεται να προσεγγίσει τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, καταγράφοντας μία από τις μεγαλύτερες αυξήσεις στην Ε.Ε.

Στη Γερμανία η πηγή των αυξήσεων στις τιμές παραγωγού

Μεγάλη άνοδος του πληθωρισμού καταγράφεται και στην ισχυρότερη οικονομία της Ευρώπης, με τον πληθωρισμό τιμών παραγωγού για βιομηχανικά προϊόντα στη Γερμανία να εκτοξεύεται τον Ιούλιο κατά 10,4%, σε σύγκριση με τον Ιούλιο του 2020 – σύμφωνα με τη στατιστική υπηρεσία Destatis.

Ως βασικοί παράγοντες για την άνοδο του πληθωρισμού αναφέρονται η αύξηση στις τιμές της ενέργειας (20,4%) και των ενδιάμεσων προϊόντων (15,6%). Για τις συνέπειες των πληθωριστικών πιέσεων προειδοποιεί και η νέα σχετική έκθεση της Eurobank.

Ο πληθωρισμός είναι εντονότερος σε συγκεκριμένες κατηγορίες αγαθών και περιουσιακών στοιχείων, τονίζουν οι οικονομολόγοι της τράπεζας, και αυτό πλήττει ιδιαίτερα τις λιγότερο ανεπτυγμένες οικονομίες και τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα.

Τα στοιχεία που παραθέτει η έκθεση για την ευρωζώνη, κόβουν την ανάσα: 60% σωρευτική αύξηση στις τιμές των εμπορευμάτων μετά την πανδημία, αύξηση των τιμών βιομηχανικών μετάλλων κατά 77% και των αγροτικών προϊόντων-σιτηρών κατά 66%, 90% αύξηση στις τιμές της ενέργειας μεταξύ Απριλίου 2020-Απριλίου 2022, τριπλασιασμός της τιμής του πετρελαίου μπρεντ από τον Απρίλιο του 2020.

Το βασικό ερώτημα, καταλήγουν οι συντάκτες της έκθεσης, είναι αν οι πληθωριστικές πιέσεις είναι παροδικές ή πιο επίμονες.

Σε κάθε περίπτωση, παραδέχονται ότι το φαινόμενο θα διαρκέσει περισσότερο απ’ ό,τι αναμενόταν, αρχικά λόγω συγκεκριμένων ελλείψεων από την πλευρά της προσφοράς – όπως η παγκόσμια έλλειψη ημιαγωγών, τα τσιπάκια που βρίσκονται παντού, από τα κινητά μέχρι τα αυτοκίνητα.