Τα Ρεμπέτικα του καλοκαιριού

Κάποιο παλιό ραδιόφωνο σε ένα από τα μπαλκόνια της κυψελιώτικης γειτονιάς παίζει «Τα Μπλε Παράθυρα» του Μάρκου Βαμβακάρη.

Από τότε που νόμισα πως είχα ερωτευτεί έναν…»ρεμπέτη δικηγόρο» μηχανόβιο στην Άνδρο, στον οποίο είχα για κάποιο άγνωστο λόγο αφιερώσει αυτό το τραγούδι, τα Μπλε Παράθυρα μού θυμίζουν καλοκαίρι.

Μπάνια, ζέστη, κάψα, τζιτζίκια, σαγιονάρες, σκόνη, νύχτες έναστρες.

Γκουγκλάρω «Τα Ρεμπέτικα του καλοκαιριού». Ψιλοτζίφος.

Πέφτω όμως πάνω σε ένα νόστιμο, μικρό αφιέρωμα στον Ταχυδρόμο. Παραθέτω αποσπάσματα:

«Το καλοκαίρι, ως εποχή διακοπών και ξενοιασιάς, με τον καλό καιρό, τα ταξίδια, τα μπάνια και γενικά τη φυγή από την καθημερινότητα που προσφέρει, έχει περάσει, γι’ αυτούς ακριβώς τους λόγους στη θεματολογία του ελληνικού τραγουδιού.

Σε πολλές μπαλάντες που αποπνέουν δροσιά και νοσταλγία ή σε διάφορα άλλα ελαφρολαϊκά και μοντέρνα τραγούδια ανάλογου περιεχομένου θα συναντήσει κανείς αρκετά, ανατρέχοντας τη δισκογραφία, με αναφορές στη συγκεκριμένη εποχή.

Ακόμη το καλοκαίρι συναντιέται και στα δημοτικά μας τραγούδια, κυρίως δε στα νησιώτικα όπου είναι γεμάτα πελαγίσια αύρα, θάλασσα και έρωτες τις ακρογιαλιές.»

Βρε, ποια νησιώτικα, σκέφτομαι καθώς διαβάζω. Αυτά είναι για μεθυσμένους χορούς στα πανηγύρια-χωρίς να τα υποτιμώ ουδόλως. Όταν ψήνεις καφέ όμως το απόγευμα, ξιπόλητη στα ξύλα, όταν στρίβεις όπως όπως ένα τσιγάρο κι έχεις βάρδια μες στην καρδιά του Αυγούστου, τότε η ψυχή σου πεθυμά ρεμπέτικα.

Και λέει ο Ταχυδρόμος:

«Κάνοντας όμως μια στροφή προς το ρεμπέτικο ή το λαϊκό τραγούδι μας δημιουργείται αρχικά η αίσθηση πως θεωρείται δύσκολη η ύπαρξη τραγουδιών με καλοκαιρινή θεματολογία, γιατί τα είδη αυτά κινούνται σε άλλες κατευθύνσεις.

Όντας συνθέσεις κατά κανόνα με πόνο, με αναφορές στους καημούς και στα βάσανα της ζωής, με κοινωνικές προεκτάσεις, χρήση «ουσιών», φυλακές, ασθένειες, αποχωρισμούς, ξενιτιές και ερωτικά αδιέξοδα, οι χαρές και οι απολαύσεις του καλοκαιριού δεν φαίνεται να διαθέτουν ευάριθμες εμφανίσεις.

Βέβαια στο σύνολο των τραγουδιών αυτών συναντούμε αρκετά και με πιο ανάλαφρο περιεχόμενο, με αναφορές στις χαρές του έρωτα και των ευχάριστων στιγμών της ζωής ή ακόμη αναφέρονται σε κάτι, με εύθυμη διάθεση και χιούμορ.

Δεχόμενοι την άποψη των ειδικών ότι το ρεμπέτικο μεταλλάχτηκε σε λαϊκό έως τα τέλη της δεκαετίας του 50 θα καταγράψουμε κυρίως τραγούδια που κυκλοφόρησαν ως το 1960.»

Καλοκαιρινά τραγούδια με ρεμπέτικο χρώμα, λίγα και καλά

Το ραγούδι του Τούντα «Το καλοκαίρι τώρα» αποτελεί ένα από τα κατεξοχήν καλοκαιρινά δείγματα του ρεμπέτικου. Φουλ σεζόν, πολυκοσμία και καλοκαιρινά νταβαντούρια.

«Ξαπλωμένοι βλέπεις χάμω νέοι, γέροι σαν τρελοί
να κυλιούνται μες στην άμμο μεσ’ στη ζέστη την πολλή.»

Αγαπώ πολύ το ζεϊμπέκικο του Απ. Καλδάρα «Για μπάνιο πάω» που θεωρείται ένα  καλοκαιρινό ρεμπέτικο. Πέρα από τη σαφή θερινή θεματολογία του αποτελεί και την πρώτη δισκογραφική παρουσία του Στ. Καζαντζίδη το 1952.

«Βρε τι είναι τούτο το κακό τι φλόγα τι καμίνι
λες και η Αθήνα άναψε και φούρνος έχει γίνει!»

Η επιτομή όμως του θερινού ρεμπέτικου είναι το πασίγνωστο βαμβαρικό «Στο Φάληρο που πλένεσαι». Ηχογραφήθηκε το 1937 και όμως, έκανε λόγο για μαγιό!

Λιάζονταν οι Αθηναίες και οι Πειραιώτισσες μετα ολόσωμά τους στο Φάληρο και γεννιόνταν έρωτες-πρόγονοι της ύπαρξής μας.

Μαγεύομαι και, ευτυχώς, νυχτώνει, να δροσίσει λίγο.

«Στης θάλασσας την αμμουδιά με άλλον ήσουν αγκαλιά»…

Σας έχω κι άλλο Φάληρο. Εξόχως καλοκαιρινό, εύθυμο και χορευτικό άσμα.

Ίσως το μόνο ρεμπέτικο και λαϊκό τραγούδι που κάνει αναφορά στην παλιά Βούλα και το Καβούρι .

Κλασικό, καλοκαιρινό και με άρωμα παιδικών χρόνων (γιατί μας το μάθαιναν στο σχολείο) είναι και τα «Καβουράκια», ένα από τα τραγούδια των οποίων τους στίχους δεν ξέρουμε με σιγουριά μέχρι σήμερα αν έγραψε ο Τσιτσάνης ή η Παπαγιαννοπούλου.

Επικρατέστερη άποψη είναι ότι το πρωτότυπο θέμα συνέλαβε η Ευτυχία και ο Τσιτσάνης το συγύρισε με βάση τα μουσικά μέτρα.

Έπος.

Μα το πιο μάγκικο σας το άφησα για το τέλος. Το «Ζούλα σε μια βάρκα μπήκα» είναι από τα απαγορευμένα ρεμπέτικα.

Για αργές, πιωμένες ζεϊμπεκιές, η πενιά του Μπάτη.

«Βλέπω τρεις μαστουρωμένοι
βρε και στην άμμο μωρέ ξαπλωμένοι»

Ωωωώπα!