Αφγανιστάν – Αφγανή μετανάστρια στην Ελλάδα περιγράφει στο in.gr τη ζωή στο καθεστώς των Ταλιμπάν

Το πρώτο πράγμα που μου λέει η Λαλέ* στο τηλέφωνο, είναι ότι για να μου μιλήσει, θέλει να είναι σίγουρη ότι αυτά που θα πει θα δημοσιευθούν. Την περασμένη εβδομάδα έδωσε άλλη μια συνέντευξη σε κάποιο κανάλι, που όμως δεν χώρεσε ποτέ στο βραδινό δελτίο. «Όμως εγώ, αφού τους μίλησα, μετά δεν ήμουν καλά όλη τη μέρα», εξηγεί. «Έτρεμα, είχα επηρεαστεί». Δεν θέλει να σκαλίζει χωρίς λόγο τις πληγές της.

Για τον ίδιο λόγο, προτιμά να μην διαβάζει και τις ειδήσεις από την πατρίδα της, το Αφγανιστάν. Μαθαίνει μόνο ό,τι της λένε ο πατέρας και τα τρία της αδέρφια, στα αγωνιώδη τους τηλεφωνήματα. Εκείνοι βρίσκονται ακόμη εκεί. Η Λαλέ έχει φύγει από τη χώρα από την πρώτη φορά που οι Ταλιμπάν ήρθαν στην εξουσία, είκοσι χρόνια νωρίτερα. Και θυμάται τον τρόμο που έζησε επί έξι μήνες με κάθε λεπτομέρεια.

«Στα καλά καθούμενα σε χτυπούσαν στη μέση του δρόμου»

«Καταστράφηκε η ζωή μου», λέει στο in.gr.

«Μέσα σε ένα χρόνο άλλαξαν όλα μου τα σχέδια. Ήμουν πρώτη Γυμνασίου και η μέρα ήταν Τρίτη – το θυμάμαι. Τότε έπιασαν οι Ταλιμπάν την Εράτ, όπου μεγάλωσα. Πριν πιάσουν την πόλη μας, είχαν πιάσει άλλες και είχαμε ακούσει ότι έκλειναν τα σχολεία. Η μαμά μου ήταν δασκάλα. Ήξερε ότι δεν άφηναν τις γυναίκες να δουλέψουν. Ελπίζαμε ότι δεν θα φτάσουν σε εμάς».

«Ξαφνικά, ένα πρωί ξυπνήσαμε και μας είπαν ότι οι Ταλιμπάν είχαν πιάσει και τη δικιά μας πόλη», συνεχίζει. «Η μαμά μου ήταν πολύ στεναχωρημένη. Μου είπε ότι σήμερα δεν θα πάμε σχολείο. Αυτό ήταν τραγικό. Τα αδέρφια μου, που είναι αγόρια, συνέχισαν το σχολείο. Όμως όλα τα μαθήματα είχαν κοπεί και έκαναν μόνο θρησκευτικά».

Το μέλλον που σχεδίαζαν η Λαλέ με τη μητέρα της, για σπουδές στο πανεπιστήμιο, εργασία και – έστω σχετική – ελευθερία, είχε σβήσει για πάντα. Μαζί του και η ίδια η ζωή τους.

«Δεν μπορούσαμε να βγούμε καθόλου έξω», θυμάται η ίδια.

«Δεν μπορούσα να πάω ούτε μέχρι το σπίτι της γιαγιάς μου, γιατί όταν βγαίναμε έξω έπρεπε να είμαστε καλυμμένες ολόκληρες. Αν φαινόταν λίγο από το δέρμα σου ή το σώμα σου – ακόμη και το χέρι σου – στα καλά καθούμενα σε σταματούσαν στη μέση του δρόμου και σε χτυπούσαν. Είχαμε το φόβο. Η μητέρα μου δεν με άφηνε να βγω, μου έλεγε “όχι κορίτσι μου, έξω χτυπάνε τις γυναίκες”».

«Όποιος έβγαινε από το σπίτι, δεν ξέραμε αν θα γυρίσει πίσω»

Αυτό δεν σημαίνει ότι η καθημερινότητα των ανδρών ήταν ρόδινη. Ευχαριστημένοι από το νέο καθεστώς ήταν μόνο οι πλέον σκληροπυρηνικοί μουσουλμάνοι – «οι παπάδες και οι πολύ πιστοί», λέει η Λαλέ. Για τους υπόλοιπους, κάθε διαδρομή ήταν επικίνδυνη.

Θυμάται τον θείο της να επιστρέφει στο σπίτι με ξυρισμένο κεφάλι. Οι Ταλιμπάν σταματούσαν στον δρόμο όσους άνδρες είχαν μαλλιά και τους κούρευαν, γιατί θεωρούσαν πως κάτι τέτοιο δεν συνάδει με το φύλο τους.

«Όποιος έβγαινε από το σπίτι το πρωί, δεν ξέραμε αν θα γυρίσει πίσω ή όχι», τονίζει. «Γιατί ό,τι απόφαση έπαιρναν την εκτελούσαν επιτόπου. Δεν είχες περιθώριο να πεις τίποτα. Ήταν απίστευτο».

Ο απόλυτος τρόμος, όμως, δεν είχε αρχίσει ακόμη. Θα ξεκινούσε λίγες ημέρες αργότερα, με τις εισβολές των Ταλιμπάν στα σπίτια και τις απαγωγές κοριτσιών.

«Έπαιρναν τα κορίτσια χωρίς καμιά συζήτηση, υποτίθεται για να τα παντρευτούν», θυμάται.

«Οι περισσότεροι άρχισαν να αρραβωνιάζουν τα κορίτσια τους, γιατί πείραζαν μόνο τις ελεύθερες κοπέλες. Για αυτό με αρραβώνιασαν με έναν ξάδερφό μου που δεν ζούσε καν στο Αφγανιστάν, αλλά στο Ιράν. Για να υπάρχει ένα όνομα πάνω μου, να μην με πάρουν. Η μαμά μου δεν ήθελε με τίποτα, γιατί ήθελε να πάω σχολείο και να σπουδάσω».

«Πολλές συμμαθήτριές μου αυτοκτόνησαν»

Όμως λίγους μήνες αργότερα, η έφηβη Λαλέ θα βρισκόταν παντρεμένη στο Ιράν – πολύ σύντομα και μητέρα. Από εκεί, το μονοπάτι της προσφυγιάς θα συνεχιζόταν στην Τουρκία και τελικά στην Ελλάδα. Η ίδια δεν θέλησε ποτέ να φύγει από τη χώρα της. Αλλά η δική της μοίρα ήταν καλύτερη από εκείνη που περίμενε πολλές συνομήλικές της.

Παραμένει σημαδεμένη από τον φόβο της αρπαγής από τους Ταλιμπάν («κάθε βράδυ σκεφτόμασταν ότι απόψε θα είναι η σειρά μας»).

Όμως «πολλές φίλες, συμμαθήτριες και γνωστές μου που είχαν πάει στο πανεπιστήμιο, αυτοκτόνησαν εκείνη την εποχή. Γιατί χάσανε τις σπουδές τους, γιατί δεν ήθελαν να τις αρπάξουν οι Ταλιμπάν. Ήταν σαν φυλακή. Ακόμη κι όταν έβγαινες έξω, φορούσες την μπούρκα. Ήμουν 15 χρονών και φορούσα αυτό το πράγμα, τη μπούρκα, που κρυβόσουν από κάτω. Κι έτρεμα. Φοβόμουν».

«Δεν τους έχω καμιά εμπιστοσύνη»

Για αυτό και τώρα αδυνατεί να πιστέψει τις υποσχέσεις των Ταλιμπάν για μετριοπάθεια και προστασία (έστω κάποιων) γυναικείων δικαιωμάτων. Το ίδιο ισχύει και για την οικογένειά της που δεν ξέρει τι της επιφυλάσσει το μέλλον.

«Ο ένας αδερφός μου και η νύφη μου είναι γιατροί. Ζούσαν στο Κανταχάρ, ήταν νιόπαντροι, είχαν ανοίξει ιατρεία και είχαν ξεκινήσει τη ζωή τους. Όταν έφτασαν εκεί οι Ταλιμπάν, αναγκάστηκαν να τα κλείσουν και να γυρίσουν στο πατρικό μου, στην Εράτ. Ο άλλος αδερφός μου που είχε μαγαζί, το έχει κλείσει. Ο μικρότερος ήταν στο στρατό. Τρέμει τώρα, φοβάται ότι επειδή ήταν απέναντι στους Ταλιμπάν… Ότι όσοι ήταν στην πλευρά του κράτους ή δούλευαν με τους ξένους θα είναι οι πρώτοι που “πρέπει να εκτελεστούν”».

«Δεν τους έχω καμιά εμπιστοσύνη», τονίζει η Λαλέ, «γιατί η κατάσταση που έχω ζήσει εγώ ήταν εφιαλτική. Δεν πιστεύω ότι οι άνθρωποι που είχα δει πριν από 20 χρόνια μπορούν να αλλάξουν και πλέον να αφήσουν τον καθένα να κάνει τη ζωή του και να είναι όλα μέλι-γάλα».

«Ας πάρουν ό,τι θέλουν και ας μας αφήσουν να ζήσουμε»

Κι όμως, η οικογένειά της δεν θέλει να εγκαταλείψει τη χώρα. Μετά από τέσσερις αιματηρές δεκαετίες, εξακολουθούν να ελπίζουν ότι τα πράγματα κάπως θα στρώσουν.

«Είναι από τους ανθρώπους που θέλουν να μείνουν – αλλά δεν ξέρουν τι να κάνουν. Να συνεχίσουν τη ζωή τους κανονικά; Ισχύουν αυτά που λένε ή όχι;»

Η ίδια η Λαλέ δεν πιστεύει πως το Αφγανιστάν έχει πια την παραμικρή ελπίδα να σωθεί, ό,τι κι αν κάνουν οι εγχώριες και διεθνείς δυνάμεις. «Τώρα που πήραν την εξουσία είναι αργά», λέει.

Άλλωστε η ξένη εμπλοκή είναι κάτι που περισσότερο φοβάται παρά προσδοκά. «Γνώμη μου είναι ότι οι Ταλιμπάν έχουν την υποστήριξη άλλων χωρών, γιατί αλλιώς πώς έχουν τόση δύναμη; Οι Ταλιμπάν ήταν άγνωστοι σε εμάς. Όταν είχαν κατέβει από το βουνό, θυμάμαι ότι δεν ξέραμε από πού προήλθαν, ποιος τους υποστήριζε, ποιος τους βοηθούσε».

«Δεν έχω την ελπίδα ότι ενδιαφέρεται κάποιος για εμάς. Είμαστε ένας λαός που εδώ και 45 χρόνια μας κάνει ο καθένας ό,τι θέλει. Όποια χώρα θέλει μας χρησιμοποιεί σε απίστευτο βαθμό. Αυτό έχω καταλάβει και με πονάει. Δεν ελπίζω κάποιος να μας σώσει. Αντίθετα, λέω να πάρουν ό,τι θέλουν και να μας αφήσουν να ζήσουμε. Δεν έχει μείνει τίποτα εκεί».

Τη ρωτάω αν έχει ακόμη την ελπίδα ότι μια μέρα θα ξαναδεί την πατρίδα της και ξεσπά σε κλάματα.

«Θα ήθελα πάρα πολύ. Αυτή τη στιγμή πονάει η ψυχή μου, αλλά όχι, δυστυχώς δεν το πιστεύω. Μου λείπει πάρα πολύ το Αφγανιστάν. Έχω να πάω 20 χρόνια. Έχασα τη μάνα μου σε αυτά τα 20 χρόνια και δεν την είδα ποτέ. Μέχρι να αποκτήσω έγγραφα και να μπορώ να ταξιδέψω, είχε πεθάνει».

«Θα ήθελα πολύ να μπορούσα να γυρίσω τον χρόνο πίσω και να ήταν καλά τα πράγματα», καταλήγει. «Ή να μπορούσα κάποια στιγμή να πάω. Αλλά ειδικά εγώ, που είμαι γυναίκα, δεν έχω καμιά ελπίδα».

*Η Λαλέ δέχθηκε να μιλήσει με τον όρο ότι θα χρησιμοποιηθεί μόνο το μικρό της όνομα. Τα πλήρη στοιχεία της βρίσκονται στη διάθεση του in.gr