Εμβόλιο – Η αποτελεσματικότητα δείχνει να μειώνεται, δείχνουν τρεις μελέτες στις ΗΠΑ

Τρεις μελέτες που παρουσίασαν τα αμερικανικά Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (CDC) διαπιστώνουν ότι η αποτελεσματικότητα των εμβολίων Covid-19 μειώνεται με την πάροδο του χρόνου.

Τα ευρήματα, υποστηρίζουν αξιωματούχοι της κυβέρνησης, δικαιολογούν την απόφαση για χορήγηση αναμνηστικής δόσης σε όλους τους Αμερικανούς.

Ωστόσο ορισμένοι ειδικοί αμφισβητούν την ερμηνεία των αποτελεσμάτων και συνεχίζουν να θεωρούν αστήρικτη την απόφαση για τρίτη δόση. Όπως εξηγούν στους New York Times, η παρατηρούμενη πτώση της αποτελεσματικότητας μπορεί να μην είναι πρόβλημα των ίδιων των εμβολίων αλλά να οφείλεται σε άλλους παράγοντες όπως όπως η εγκατάλειψη των μέτρων αποστασιοποίησης και η εξάπλωση του πιο μεταδοτικού στελέχους Δέλτα.

Σε συνδυασμό, οι τρεις μελέτες υποδεικνύουν ότι ο εμβολιασμός προλαμβάνει περίπου το 55% των λοιμώξεων, το 80% των συμπτωματικών λοιμώξεων και τουλάχιστον το 90% των νοσηλειών.

«Οι αριθμοί αυτοί είναι πολύ καλοί. Η μόνη ομάδα που σύμφωνα με τα δεδομένα θα χρειαζόταν αναμνηστική δόση είναι οι ανοσοκατεσταλμένοι» δήλωσε στους NY Times η δρ Έλινον Μιούρεϊ, ειδική της δημόσιας Υγείας.

Διαβάστε επίσης: Μειώνεται μετά από 3 μήνες η προστασία εμβολίων από τη μετάλλαξη Δέλτα – Τι δείχνει έρευνα της Οξφόρδης

Επικαλούμενος τα ευρήματα των τριών μελετών σε συνέντευξη Τύπου στον Λευκό Οίκο, ομοσπονδιακοί αξιωματούχοι παρουσίασαν σχέδιο για χορήγηση τρίτης, αναμνηστικής δόσης εμβολίου οκτώ μήνες μετά τον αρχικό εμβολιασμό, αρχής γενομένης από τις 20 Σεπτεμβρίου.

Η απόφαση αφορά προς το παρόν μόνο τα δύο εμβόλια mRNA που χρησιμοποιούνται στις ΗΠΑ (Pfizer, Moderna), ενώ η απόφαση τους λήπτες του εμβολίου της Johnson & Johnson, το οποίο κυκλοφόρησε αργότερα, θα ληφθεί μετά τη συγκέντρωση περισσότερων δεδομένων τις επόμενες εβδομάδες, ανέφεραν οι αξιωματούχοι.

Ορισμένοι ειδικοί εμφανίστηκαν δύσπιστοι με τη νέα πολιτική: «Τα δεδομένα [των νέων μελετών] δικαιολογούν τη χορήγηση επιπλέον δόσεων μόνο σε ανοσοκατασταλμένους ασθενείς και τροφίμους οίκων ευγηρίας, όχι στον γενικό πληθυσμό» δήλωσε στους NY Times η δρ Σελίν Γκάουντερ, πρώην σύμβουλος της αμερικανικής κυβέρνησης για την πανδημία.

Οι αναμνηστικές δόσεις, εξήγησε, θα δικαιολογούνταν μόνο αν υπήρχε μείωση της προστασίας από τη νοσηλεία, όχι από τον ιό γενικά. «Το να νιώθεις βαριά άρρωστος και να μένεις στο κρεβάτι, όχι όμως στο νοσοκομείο με σοβαρή Covid-19, δεν είναι επαρκής λόγος» για χορήγηση τρίτης δόσεις» είπε.

«Θα ήμασταν καλύτερα προστατευμένοι αν εμβολιάζαμε τους ανεμβολίαστους εδώ και στον υπόλοιπο κόσμο» κατέληξε.

Οι μελέτες αναλυτικά

Η πρώτη από τις τρεις μελέτες εξέτασε τους φιλοξενούμενους σχεδόν 4.000 οίκων ευγηρίας από την 1η Μαρτίου μέχρι τις 9 Μαΐου, πριν από την εμφάνιση του Δέλτα, και σχεδόν 15.000 οίκων ευγηρίας από τις 21 Ιουνίου μέχρι την 1η Αυγούστου, όταν πια το Δέλτα επικρατούσε.

Η αποτελεσματικότητα των εμβολίων στην πρόληψη της λοίμωξης μειώθηκε από το 75% στο 53% αυτό το διάστημα. Ωστόσο η μελέτη δεν εξέτασε την προστασία των εμβολίων έναντι της σοβαρής λοίμωξης.

Και όπως επισήμανε η δρ Μιούρεϊ, τα αμερικανικά γηροκομεία υποχρεώθηκαν να αναφέρουν τον αριθμό των εμβολιασμένων τροφίμων τους μόνο μετά τις 6 Αυγούστου, «κάτι που καθιστά τις συγκρίσεις στην πορεία του χρόνου δύσκολη υπόθεση […] Είναι απολύτως πιθανό ότι η αναφερόμενη αποτελεσματικότητα των εμβολίων στην πραγματικότητα δεν έχει μειωθεί».

Η δεύτερη μελέτη εξετάζει δεδομένα από τη Νέα Υόρκη και υπολογίζει ότι η αποτελεσματικότητα των εμβολίων στην πρόληψη της λοίμωξης μειώθηκε από το 91,7% τον Μάιο στο 79,8% στα τέλη Ιουλίου. Όμως η αποτελεσματικότητα έμεινε σταθερή ως προς την πρόληψη των νοσηλειών.

Επιπλέον, τα ευρήματα βρίσκονται σε διαφωνία με προκαταρκτικά δεδομένα από το Ισραήλ, τα οποία δείχνουν πτώση της αποτελεσματικότητας στους άνω των 65. Τα δεδομένα από τη Νέα Υόρκη δείχνουν ότι η ανοσία της συγκεκριμένης πληθυσμιακής ομάδας παραμένει σταθερή.

Η τρίτη μελέτη, τέλος, εκτιμά ότι τα εμβόλια προλαμβάνουν το 90% των νοσηλειών, ποσοστό που χαρακτηρίστηκε «άριστο» από τους ειδικούς.

Μικρότερη αποτελεσματικότητα καταγράφηκε ωστόσο μεταξύ των ανοσοκατεσταλμένων ασθενών.