Χειρότερη η πορεία των ασθενών με κοροναϊό αν είναι φτωχοί

Όσοι ζουν σε φτωχότερες γειτονιές έχουν λιγότερες πιθανότητες να κάνουν τεστ για COVID-19, είναι πιθανότερο τα τεστ αυτά να είναι θετικά και οι ασθενείς να χρειαστούν νοσηλεία ή να πεθάνουν, σε σύγκριση με εκείνους που ζουν σε πιο πλούσιες περιοχές.

Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγει νέα έρευνα από την Ελβετία που παρουσιάστηκε στο φετινό Ευρωπαϊκό Συνέδριο Κλινικής Μικροβιολογίας και Λοιμωδών Νοσημάτων (ECCMID).

Η μελέτη έγινε από τον καθηγητή Matthias Egger και τη Δρ Julien Riou, από το Ινστιτούτο Κοινωνικής και Προληπτικής Ιατρικής της Βέρνης στην Ελβετία. Οι ερευνητές επεσήμαναν ότι στα αποτελέσματα της μελέτης αποτυπώνεται ο «νόμος της αντίστροφης περίθαλψης» στο μοναδικό περιβάλλον μιας πανδημίας στην Ελβετία, μια από τις πλουσιότερες χώρες του κόσμου. Ο νόμος αυτός διατυπώθηκε πριν από 50 χρόνια και αναφέρει ότι οι μειονεκτούντες πληθυσμοί χρειάζονται περισσότερη περίθαλψη από τους ευνοημένους πληθυσμούς, αλλά στην πραγματικότητα παίρνουν λιγότερη.

Για την διενέργεια της μελέτης, οι συγγραφείς ανέλυσαν τα δεδομένα επιτήρησης από την Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Δημόσιας Υγείας της Ελβετίας για το διάστημα 1.3.2020 – 16.4.2021. Εφάρμοσαν σύστημα βαθμολόγησης σε κάθε κατοικία που συμπεριελήφθη στη μελέτη, χρησιμοποιώντας τον δείκτη κοινωνικοοικονομικής θέσης της γειτονιάς της Ελβετίας (Ελβετικό-SEP). Ο δείκτης περιγράφει 1,27 εκατομμύρια μικρές γειτονιές από περίπου 50 νοικοκυριά η καθεμία με βάση το ενοίκιο ανά τετραγωνικό μέτρο, την εκπαίδευση και το επάγγελμα των επικεφαλής των νοικοκυριών και το πλήθος, βαθμολογώντας κάθε κατοικία από το  1 (φτωχότερες) έως το 10 (πλουσιότερες). Τα μοντέλα προσαρμόστηκαν στο φύλο, την ηλικία, το καντόνι και το κύμα της επιδημίας (πριν ή μετά τις 8 Ιουνίου 2020).

Οι αναλύσεις βασίστηκαν σε 4.129.636 τεστ, 609.782 θετικά τεστ, 26.143 νοσηλείες, 2.432 εισαγωγές σε εντατική, 9.383 θανάτους και 8.221.406 κατοίκους. Συγκρίνοντας τις ομάδες με τον υψηλότερο και τον χαμηλότερο δείκτη κοινωνικοοικονομικής θέσης και χρησιμοποιώντας τον γενικό πληθυσμό ως παρονομαστή, εκείνοι στις πλουσιότερες γειτονιές είχαν 18% περισσότερες πιθανότητες να κάνουν τεστ για SARS-CoV-2 έναντι των φτωχότερων. Και σε σχέση με τις φτωχότερες γειτονιές, αυτοί που ζούσαν στις πλουσιότερες γειτονιές είχαν 25% λιγότερες πιθανότητες να είναι θετικοί στο τεστ, 32% λιγότερο πιθανό να νοσηλευτούν, 46% λιγότερο πιθανό να εισαχθούν στη ΜΕΘ και 14% λιγότερο πιθανό να πεθάνουν.

Οι συγγραφείς διαπίστωσαν επίσης ότι τα αποτελέσματα από τη συσχέτιση της  κοινωνικοοικονομικής θέσης ανά γειτονιά ήταν πιο έντονα στις νεότερες ηλικιακές ομάδες, πιθανώς επειδή οι ευάλωτοι – που βρίσκονται συνήθως σε κοινωνικοοικονομικά μειονεκτούσες ομάδες – πεθαίνουν σε νεότερες ηλικίες. Έτσι διαπιστώνεται ότι οι επιζώντες μεγαλύτερης ηλικίας, είναι μια επιλεγμένη ομάδα υγιέστερων ανθρώπων.

Οι συγγραφείς της μελέτης επισημαίνουν ότι «Σε αυτήν τη μελέτη που περιλαμβάνει ολόκληρο τον πληθυσμό της επιδημίας COVID-19 στην Ελβετία το 2020-21, διαπιστώσαμε ότι τα άτομα που ζουν σε πλουσιότερες περιοχές είχαν περισσότερες πιθανότητες να κάνουν τεστ για τον SARS-CoV-2, αλλά ήταν λιγότερο πιθανό τα άτομα αυτά να είναι θετικά, να νοσηλευτούν ή να εισαχθούν σε ΜΕΘ, και ήταν λιγότερο πιθανό να πεθάνουν, σε σύγκριση με εκείνους σε φτωχότερες περιοχές».

Εξήγησαν παράλληλα, ότι «Η υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης λοιμώξεων από SARS-CoV-2, σε συνδυασμό με την συννοσηρότητα (υποκείμενα νοσήματα) που είναι συχνότερη στις φτωχότερες γειτονιές, είναι πιθανό να συνέβαλαν σε χειρότερη έκβαση της νόσου, συμπεριλαμβανομένων των υψηλότερων κινδύνων για νοσηλεία και θάνατο, έναντι της έκβασης της νόσου σε πλουσιότερες γειτονιές».

Καταλήγοντας οι ερευνητές επεσήμαναν ότι ως τον Ιούνιο του 2021, πάνω από το 40% του ελβετικού πληθυσμού είχε λάβει τουλάχιστον μία δόση εμβολίου και η κυβέρνηση σταδιακά προχώρησε σε χαλάρωση των προληπτικών μέτρων. Σημείωσαν όμως, πως «Είναι σημαντικό να συνεχίσουμε να παρακολουθούμε τα τεστ για SARS-CoV- 2, την πρόσβαση και την πραγματοποίηση των εμβολιασμών και την έκβαση της νόσου COVID-19. Οι κυβερνήσεις και τα συστήματα υγείας θα πρέπει να αντιμετωπίσουν αυτήν την πανδημία ανισότητας, λαμβάνοντας μέτρα για τη μείωση των ανισοτήτων στην περίθαλψη ιδίως σε ότι αφορά την πανδημία».