Συμβόλαιο αυτοσυγκράτησης

Η παγκόσμια οικονομία βγαίνει σταδιακά από το lockdown της πανδημίας που ακινητοποίησε τις διεθνείς αλυσίδες τροφοδοσίας και τις ροές εμπορευμάτων και ένα κύμα αύξησης των τιμών των πρώτων υλών βρίσκεται σε εξέλιξη, επηρεάζοντας το κόστος παραγωγής των επιχειρήσεων. Την ίδια στιγμή η άπλετη ρευστότητα που έχουν διοχετεύσει στην οικονομία οι κεντρικές τράπεζες και τα κράτη για τη στήριξη των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών, προκειμένου να απορροφηθούν οι κραδασμοί της ύφεσης που προκάλεσε ο κορωνοϊός, απειλεί να μετατραπεί σε υπερβάλλουσα ζήτηση και σε πληθωρισμό, όσο θα ανακάμπτουν οι οικονομίες και θα επανέρχεται η νέα κανονικότητα.

Ηδη, διεθνείς οργανισμοί, χρηματοοικονομικοί οίκοι και αναλυτές χτυπούν το καμπανάκι του κινδύνου. Φοβούνται ότι οι δύο αυτές συνιστώσες στο μέτωπο της προσφοράς και της ζήτησης σε παγκόσμιο επίπεδο μπορούν να οδηγήσουν σε μια κοινή συνισταμένη: σε έντονες πληθωριστικές πιέσεις, μετατρέποντας τη βαθιά ύφεση που προκάλεσε η πανδημία σε ένα πληθωριστικό σπιράλ που θα απορρυθμίσει τις οικονομίες και θα υπονομεύσει την ανάκαμψη που όλοι περιμένουμε. Ο εφιάλτης του πληθωρισμού που είχε εξαφανισθεί τις τελευταίες δεκαετίες και είχε προκαλέσει στο παρελθόν παγκόσμιες οικονομικές κρίσεις, επιστρέφει.

Το φαινόμενο αυτό, αφορά έντονα και τη χώρα μας η οποία με βάση τις εκτιμήσεις αναμένεται να παρουσιάσει ανάπτυξη στα επίπεδα του 6% το 2022, άρα ελλοχεύει ο κίνδυνος για επανεμφάνιση των πληθωριστικών πιέσεων οι οποίες είχαν εξαλειφθεί, ιδιαίτερα κατά τη σκληρή δεκαετία των Μνημονίων. Η αλήθεια είναι ότι οι αυξήσεις στο κόστος των πρώτων υλών επηρεάζουν και τις επιχειρήσεις στη χώρα μας. Ηδη, αρκετές από αυτές προαναγγέλλουν τις προθέσεις τους για αυξήσεις τιμών στα προϊόντα τους τούς επόμενους μήνες. Στο διάστημα, δηλαδή, όπου θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό ο ρυθμός επανεκκίνησης της οικονομίας και όπου οι υπερβολές μπορεί να έχουν κόστος για όλους.

Ο κίνδυνος να υπάρξει ένα ντόμινο ανατιμήσεων και στην εγχώρια αγορά είναι ορατός. Θα πλήξει πρώτα από όλους τους εργαζόμενους καταναλωτές. Σε μία περίοδο που ο επιχειρηματικός κόσμος ζητεί από τους εργαζομένους να δείξουν αυτοσυγκράτηση, να μη διεκδικήσουν αυξήσεις μισθών άμεσα, δίνοντας το αναγκαίο περιθώριο χρόνου για την επανεκκίνηση, θα είναι ανορθόδοξο οι ίδιες να αυξήσουν τις τιμές. Θα είναι σαν να κόβουν το δέντρο στο οποίο κάθονται. Οι γενικευμένες και αδικαιολόγητες αυξήσεις τιμών θα πυροδοτήσουν ένα κύμα διεκδικήσεων για αυξήσεις μισθών, το οποίο με τη σειρά του θα μετατραπεί σε πίεση στο κόστος παραγωγής τους και θα πλήξει την κατανάλωση στην οποία στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό η ελληνική οικονομία.

Επιχειρήματα του τύπου «υπάρχει χρήμα στην αγορά» ή ότι η αύξηση των καταθέσεων κατά 24 δισ. ευρώ που υπήρξε στην περίοδο της πανδημίας μπορεί να στηρίξει την κατανάλωση, παρά τις αυξήσεις τιμών, δεν μπορούν να σταθούν. Χρειάζεται αυτοσυγκράτηση. Οχι μόνο από τους εργαζομένους, αλλά από όλους. Είδαμε και πάθαμε να γλιτώσουμε από την παγίδα του αποπληθωρισμού στη μεγάλη ύφεση του Covid. Μην πέσουμε τώρα στην άλλη μεγάλη παγίδα του πληθωρισμού. Ενα νέο κοινωνικό συμβόλαιο στο μέτωπο αυτό μεταξύ της κυβέρνησης, του επιχειρηματικού κόσμου και των εργαζομένων χρειάζεται να υπάρξει για να αποφευχθεί ο κίνδυνος που ελλοχεύει