Η κατάφωτη ποίηση της Φυλλένιας Σφουγγάρη

0
26

Αγαπητή Φυλλένια,

Θυμάμαι τα ξανθά σου μαλλιά κάτω από τον αμείλικτο καλοκαιρινό ήλιο στις ακτές του τόπου σου. Η κατάφυτη Βόρεια Εύβοια, η σκιερή και συνάμα πυρωμένη, των παιδικών μας καλοκαιριών. Το Ποτόκι, το Πευκί, οι Ωραιοί-όλα δικά μας, όλα ξένα.

Κάποιο φεγγάρι, κάναμε αρκετή παρέα. Ύστερα, κι ας μην συναντιόμασταν, είχαμε την εκτίμηση. Για μένα, ήσουν το πιο όμορφο κορίτσι που είχα δει ποτέ στην ζωή μου-εσύ και η φίλη μου, η Ηλέκτρα από την κατασκήνωση «Χαρούμενο Χωριό».

Κι έπαιζες μουσική, πάλευες με νότες και με στίχους, είχες όνειρα. Και μεγάλωσες και τα καλοκαίρια στέρεψαν με έναν τρόπο. Πάψαμε να ερχόμαστε οικογενειακώς διακοπές στην Εύβοια, χαθήκαμε, ερωτευτήκαμε, πάψαμε να είμαστε παιδιά, τουλάχιστον εξωτερικά.

Τα χρόνια δεν παύουν να περνούν και επανέρχεσαι στην ζωή μου ενσαρκωμένη σε ένα χαριτωμένο μπλε βιβλίο με μια μορφή γυναίκας σε χρώμα έντονο, κίτρινο, σαν αυτό των παιδικών μας καλοκαιριών.

Μέσα, χωρά όλη η τρυφερότητά σου, αυτήν που είχες ανέκαθεν. «Αντίλαλοι/Ακούγονται αντίλαλοι/από τα κύματα που σπάνε στους ελπιδοθραύστες».

Φρέσκια ποίηση σαν καθαρό αεράκι του Απρίλη μες στα γραφεία της Συγγρού κι ύστερα μες στο λεωφορείο που ανέλαβε την επιστροφή μου στο σπίτι. Και σε ευχαριστώ, παλιά μου φίλη, που δεν διέψευσες τα παιδικά μας όνειρα για δημιουργία, για αλήθεια.

Φυλλένια, μέσα από τους στίχους σου υφαίνεις τον κόσμο σου. Ο κόσμος, τι είναι άλλο, από τον τρόπο μας να βλέπουμε τον Κόσμο. Δισεκατομμύρια διαφορετικοί κόσμοι, όσοι κι εμείς, οι άνθρωποι που κατοικούμε τον υποτιθέμενο Έναν. Κι ο δικός σου καμωμένος από τριαντάφυλλα, δροσοσταλίδες πρωινών του φθινοπώρου και παρατεταμένους αποχωρισμούς από μέρη και ανθρώπους που αγαπήσαμε.

Η ποίησή σου είναι θηλυκή, είσαι μια φλογερή γυναίκα που αγαπάς, αγαπιέσαι, που περπατάς και τρίζουν τα τσιμέντα. Αντιλαμβάνεσα όμως τον ερωτικό σου εαυτό σαν εκείνον μιας έφηβης κοπέλας-ελαφίνας με στραβοπατήματα και ατασθαλίες, με ευαίσθητο δέρμα στις λεπίδες της πραγματικότητας της σκληρής.

Αυτό το κορίτσι «κάθε τον ήλιο που κατάματα κοιτά, δακρύζει»

Και όχι, δεν γίνομαι τώρα λυρική, πίστεψέ με. Μου επιτρέπεις να σου πω ότι κάποια ποιήματά σου ήθελαν κι άλλη δουλειά; Κάποιες λέξεις στα σημεία θα μπορούσαν να λείψουν, το παρακάνεις με τα επίθετα και με την επεξήγηση. Η ποίηση υφίσταται, δεν αναλύει.

Κι όταν αποφασίζεις να υπάρξεις ως ποιήτρια το κάνεις άριστα, μας λες κοιτώντας μας στα μάτια: «Τότε η πέτρα που πατάς δεν έχει στάλα δροσιά, μόνο φωτιά/και πρέπει να γίνεις πυροβάτης».

Η ποιητική σου συλλογή με το παράξενο όνομα, το λεξιπλαστικό (σύννεφο δημιουργημένο από φως, ναίφως και όχι νέφος, ούτε νέφως, πόσο γοητευτική η σκέψη σου) αξίζει να διαβαστεί από όσους και όσες διατείνονται πως διαβάζουν ποίηση.

Φτάνει με τους βραβευμένους νομπελίστες, φτάνει με τους κλασικούς. Τόπος και στο καινούργιο, που λάμπει όσο έλαμπε ως καινούργιο αυτό που σήμερα θεωρείται Αξεπέραστο.

Τόπος στην Φυλλένια Σφουγγάρη, κυρίες και κύριοι, την παιδική μου φιλενάδα των καλοκαιριών, την γόησσα, την καλή γραφιά, την Αγγελούδα.

Το βιβλίο της κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΕΛΚΥΣΤΗΣ και μέσα, εκτός από ποιήματα, έχει και πολύ ωραία σκίτσα, ασπρόμαυρα, εκφραστικά. Είναι εκεί για να αναπνεύσουν τα πυκνά νοήματα, όχι για να τα απεικονίσουν.

Φυλλένια μου, ξεφυλλίζοντας «την πυκνογραμμένη μέρα» την σημερινή, συνάντησα κάτι όμορφο, κάτι αληθινό, κάτι συγκινητικό: την άγουρη, ολόδροση ποίησή σου που μου έδωσε την αίσθηση που γραφόταν από μόνη της καθώς εσύ ζούσες κι ένιωσες.

Σε ευχαριστώ γι’ αυτό.

Με αγάπη,

Γεωργία