Καλώς ή κακώς (σίγουρα κακώς) μία από τις μεγαλύτερες νυχτερινές παρηγοριές του σύγχρονου πολιτισμού, είναι η τηλεόραση.

Σε μεγάλο βαθμό, αυτό συμβαίνει εδώ και δεκαετίες, αλλά ιδιαίτερα τώρα που η πανδημία κρατάει τα θέατρα, τους κινηματογράφους, τις μουσικές σκηνές, τα μπαρ και τα εστιατόρια κλειστά αυτά που μάς απομένουν ως στηρίγματα διασκέδασης και ψυχαγωγίας, είναι η τηλεόραση και, όπως έλεγε ένα παλιό κλισέ, «η συντροφιά ενός καλού βιβλίου».

Βγάζω το καπέλο σε όσους αγαπούν το διάβασμα σε τέτοιο βαθμό, που ακόμα και ύστερα από ένα 12ώρο εργασίας, μασκοφορίας, και διαμάχης με ενήλικους και ανήλικους συγκατοίκους, το βιβλίο παραμένει το υπ’ αριθμόν 1 βραδινό καταφύγιό τους.

Ας επικεντρωθούμε όμως σε όσους είτε με ενοχές είτε χωρίς αυτές, όταν πέσει το βράδυ, 22:00 παραδινόμαστε στις ταινίες και τις σειρές. Και πιο συγκεκριμένα σε όσους, αν ύστερα από 20 χρόνια, μας ζητούσαν να υποδείξουμε τα σύμβολα της πανδημίας, μαζί με τη μάσκα και το αντισηπτικό θα υποδεικνύαμε και το λογότυπο του Netflix.

Είμαστε αυτοί, ελπίζω όχι πολλοί, που η ζωή και η πανδημία μάς τα έφεραν έτσι ώστε η πρώτη σκέψη που αυθόρμητα φέρνει στο μυαλό μας το άκουσμα του εναρκτήριου σήματος της συγκεκριμένης πλατφόρμας είναι: «Επιτέλους ζω».

Είναι πραγματικά θλιβερό και θλιβερά πραγματικό.

Οι ειδοποιήσεις από mail και εφαρμογές ανταλλαγής μηνυμάτων έχουν κοπάσει, (σχεδόν) τα πάντα εντός και εκτός σπιτιού έχουν ησυχάσει και εσύ παραδίνεσαι στην πλοκή της τηλεοπτικής σειράς ή της ταινίας που έχεις επιλέξει.

Σε μεγάλο ποσοστό οι σειρές που προβάλλονται στις διαθέσιμες ψηφιακές πλατφόρμες έχουν αρκετά ενδιαφέρουσα πλοκή.

Σε τέτοιο μάλιστα βαθμό, που την επόμενη ημέρα, στη δουλειά, συλλαμβάνεις τον εαυτό σου να σκέφτεται τους χαρακτήρες της σειράς που έβλεπες, σαν υπαρκτά πρόσωπα, που ακόμα κι αν έχεις κλείσει τον αποκωδικοποιητή, εκείνοι συνεχίζουν να ζουν, να εργάζονται, να πολεμούν, να δολοπλοκούν και να δολοφονούν, την ίδια ακριβώς ώρα που εσύ προσπαθείς να συγκεντρωθείς στη μάχη σου με το Excel, τις Powerpoint παρουσιάσεις και τον εκτυπωτή που δεν τυπώνει.

Την πραγματική βέβαια μάχη, εσύ τη δίνεις τα βράδια, περίπου στη μέση του δεύτερου επεισοδίου.

Εξαιρούνται οι θεατές – βρικόλακες, που «ξεπαστρεύουν» το ένα επεισόδιο μετά το άλλο μέχρι η πλοκή να ικανοποιήσει, τουλάχιστον εν μέρει, την ακόρεστη αγωνία και περιέργειά τους.

Οι υπόλοιποι καθώς η ώρα περνάει παλεύουμε με νύχια και με δόντια να κρατήσουμε τα μάτια μας ανοιχτά και αυτή είναι μάλλον μια από τις μεγάλες μάχες του σύγχρονου πολιτισμού…

Εξαντλημένος από τις υποχρεώσεις της ημέρας που πέρασε, να προσπαθείς μάταια να μείνεις ξύπνιος μπροστά στην τηλεόραση, αντιμετωπίζοντας το δίλημμα «να ζει κάνεις ή να κοιμηθεί;»

Νυστάζεις, αλλά αν κοιμηθείς νιώθεις πως δεν ζεις. Κάθε πρωί που ξυπνάς και σου λείπει ύπνος υπόσχεσαι ότι το βράδυ θα δεις μόνο ένα επεισόδιο, και κάθε βράδυ που γυρνάς στον καναπέ αναιρείς την υπόσχεσή σου για λίγα λεπτά παραπάνω ξύπνιου ελεύθερου χρόνου κι ας κλείνουν για λίγο τα μάτια σου.

Βέβαια, μέχρι όλες αυτές οι ψηφιακές πλατφόρμες, τύπου Netflix, κάνουν την εμφάνισή τους, κανείς δεν μπορούσε να πει πόσο λίγο ήταν αυτό το «Έκλεισαν για μια στιγμή τα μάτια μου». Πλέον όμως ξέρουμε.

Όταν τελειώνει ένα επεισόδιο, αν δεν πατήσεις κάποιο κουμπί, μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα ξεκινά το επόμενο, και μετά το επόμενο κοκ. Κάποια στιγμή, για πολλοστή φορά, νιώθεις ότι κλείνουν τα μάτια σου, πατάς stop και αποφασίζεις να πας για ύπνο. Η εφαρμογή κρατάει στη μνήμη της το σημείο που είχες ακριβώς μείνει.

Το επόμενο βράδυ πατάς play αλλά δεν θυμάσαι τίποτα. Το πας πίσω μέχρι να βρεις κάποια σκηνή που θυμάσαι και τότε καταλαβαίνεις ότι κοιμόσουν για σχεδόν δύο επεισόδια. Αυτή η «στιγμή» που έκλεισαν τα μάτια σου, διήρκεσε περίπου μιάμιση ώρα.

Αν οι αποκωδικοποιητές είχαν κάμερες, γύρω στη 1 τα ξημερώματα θα βιντεοσκοπούσαν χιλιάδες από εμάς να κοιμόμαστε μπροστά σε ανοιχτές τηλεοράσεις, νομίζοντας ότι ζούμε