ανταπόκριση από το Στρασβούργο για την ΕΡΤ: Κώστας Δαβάνης

Η έγκαιρη ανίχνευση του SARS-CoV-2 θα πρέπει να είναι πρωταρχικός στόχος για την παρακολούθηση των δραστηριοτήτων σε εκτροφεία βιζόν στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συνιστά μια νέα έκθεση δυο ευρωπαϊκών οργανισμών παρακολούθησης.

Η έκθεση, που συντάχθηκε από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Ασφάλειας Τροφίμων και το Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νόσων, προτείνει επιλογές για την παρακολούθηση που θα βοηθήσουν στην πρόληψη και τον έλεγχο της εξάπλωσης της νόσου.

Όπως τονίζεται στην έκθεση ο SARS-CoV-2 εξαπλώνεται πολύ αποτελεσματικά εντός των εκμεταλλεύσεων βιζόν μόλις εισαχθεί εκεί, είτε με άμεση είτε με έμμεση επαφή και γίνεται υψηλή εντός της φάρμας εξαιτίας της πυκνότητας των ζώων που αυξάνει την πιθανότητα μετάδοσης. Μάλιστα η μικρή απόσταση μεταξύ των θετικών SARS-CoV-2 αγροκτημάτων είναι ένας επιπλέον παράγοντας κινδύνου.

Ο ιός SARS-CoV-2, σύμφωνα με την έκθεση, είχε ανιχνευθεί έως τις 29 Ιανουαρίου 2021, σε 400 εκμεταλλεύσεις βιζόν σε οκτώ χώρες στην ΕΕ, και ειδικότερα σε 290 στη Δανία, 69 στις Κάτω Χώρες, 21 στην Ελλάδα, 13 στη Σουηδία, τρεις στην Ισπανία, δύο στη Λιθουανία και μία κάθε μία στη Γαλλία και την Ιταλία.

Στις περισσότερες περιπτώσεις, η πιθανή εισαγωγή της λοίμωξης SARS-CoV-2 στις εκμεταλλεύσεις ήταν μολυσμένα άτομα. Η ανθρώπινη υγεία μπορεί να διατρέχει κίνδυνο από παραλλαγές του ιού που σχετίζονται με τα βιζόν, αλλά μέχρι στιγμής αυτοί δεν έχουν αποδειχθεί πιο μεταδοτικοί ή προκαλούν πιο σοβαρή επίπτωση στην νόσο σε σύγκριση με άλλα κυκλοφορούντα στελέχη του SARS-CoV-2.

Όσον αφορά τον κίνδυνο για την υγεία των ζώων από τη μόλυνση SARS-CoV-2, τα είδη που μπορούν να περιλαμβάνονται στα σχέδια παρακολούθησης είναι το αμερικάνικο βιζόν, νυφίτσες, γάτες, σκύλοι ρακούν, ελάφια και νυχτερίδες του γένους Rhinolophidae.

Οι δυο οργανισμοί σημειώνουν ότι όλες οι φάρμες βιζόν θα πρέπει να θεωρούνται ότι διατρέχουν κίνδυνο από την λοίμωξη, επομένως ο στόχος παρακολούθησης πρέπει να είναι η έγκαιρη ανίχνευση κρουσμάτων.

Αυτό περιλαμβάνει την παθητική παρακολούθηση σε ολόκληρη την επικράτεια όλων των χωρών όπου εκτρέφονται ζώα ευπαθή στον SARS-CoV-2 αλλά και ενεργή παρακολούθηση με τακτικές δοκιμές. Παράλληλα συνιστάται συχνός έλεγχος του προσωπικού της φάρμας και όλων των ατόμων που έρχονται σε επαφή με τα ζώα.

Επιπλέον, θα πρέπει να εξετάζονται τυχαία επιλεγμένα ζώα ,νεκρά ή άρρωστα, χρησιμοποιώντας δοκιμές RT-PCR, σε εβδομαδιαία βάση σε ποσοστό περίπου 5% κάθε μονάδας. Επιπλέον θα πρέπει να εξετάζονται ύποπτα ζώα, νεκρά ή με κλινικά συμπτώματα και τουλάχιστον πέντε ζώα για επιβεβαίωση της λοίμωξης SARS-CoV-2.

Για κάθε θετικό δείγμα από κάθε αγρόκτημα πρέπει να ακολουθείται η αλληλουχία για να παρακολουθείται η εξέλιξη του ιού και τα αποτελέσματα να κοινοποιούνται δημοσίως.

Υπενθυμίζεται πως η έκθεση ζητήθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή μετά το ξέσπασμα του SARS-CoV-2 σε εκμεταλλεύσεις βιζόν σε όλη την Ευρώπη το 2020.