ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ, ΜΙΑ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Επιμέλεια: Μαρία Σφυρόερα

Ένα διαχρονικό αριστούργημα

της αγγλόφωνης λογοτεχνίας

του εικοστού αιώνα

Είναι δυνατόν να αντέχει στο δικό μας σήμερα του εικοστού πρώτου αιώνα μια ιστορία που γράφτηκε το 1953 κι είχε σαν πεδίο δράσης της τη χρονιά-κατώφλι του εικοστού; Κι όμως, όσο ξεπερασμένα κι αν μοιάζουν τα βικτωριανά ήθη και έθιμα της εποχής στην οποία διαδραματίζεται, ο Μεσάζων εξακολουθεί να συναρπάζει και να γητεύει τον σύγχρονο αναγνώστη. Ίσως τα μάγια να τα ασκεί ο πρωταγωνιστής του, ο Λίο, ο οποίος σκαρώνει ξόρκια, συχνά πετυχημένα, άλλοτε για να εκδικηθεί τους συμμαθητές που τον στοχοποιούν, άλλοτε για να επανορθώσει ένα κακό για το οποίο θεωρεί τον εαυτό του υπεύθυνο.

Ο Βρετανός Λέσλι Πόουλς Χάρτλεϊ (1895-1972) ήταν καταξιωμένος κριτικός λογοτεχνίας μα όχι πολύ δημοφιλής για τα δικά του συγγραφικά πονήματα, μέχρι τη στιγμή που έγραψε τον Μεσάζοντα, μέσα σε πέντε μόλις μήνες, στην προχωρημένη ηλικία των 58 ετών. Το βιβλίο τον έκανε διάσημο στη χώρα του αλλά και πέρα από τον Ατλαντικό, οι New York Times το συμπεριέλαβαν στη λίστα των μπεστ-σέλερ τους, ενώ ο συγκαιρινός τού Χάρτλεϊ, κορυφαίος ποιητής Γ. Χ. Ώντεν, δήλωσε, διαβάζοντάς το, ότι τον θεωρεί τον πιο αγαπημένο του μυθιστοριογράφο.

Οι αυτοβιογραφικές ρίζες του κλασικού πλέον μυθιστορήματος είναι προφανείς, όπως επισημαίνει ο Κολμ Τομπίν στο επίμετρο που περιλαμβάνεται στην ελληνική έκδοση. Ο κεντρικός αφηγητής, Λίο Κόλστον, είναι κι αυτός μεσόκοπος όταν ανακαλύπτει το παιδικό του ημερολόγιο του Έτους 1900, στο οποίο είχε καταγράψει τα γεγονότα του καλοκαιριού που τον στιγμάτισε και καθόρισε τη μετέπειτα πορεία της ζωής του. Επίσης ο Χάρτλεϊ, όπως ακριβώς και ο μικρός Λίο, βρισκόταν ανέκαθεν λίγο μετέωρος σε εκείνο το μεταίχμιο ανάμεσα στη μεσοαστική του προέλευση και την υψηλή κοινωνία στους κόλπους της οποίας επιθυμούσε διακαώς να ανήκει.

L.P. Hartley: Το πορτρέτο του συγγραφέα φιλοτέχνησε ο Henry Lamb το 1938

Τον θερμό Ιούλιο του 1900, τρεις σχεδόν εβδομάδες πριν κλείσει τα δεκατρία του χρόνια, ο Λίο καταφθάνει, με την άδεια της χήρας μητέρας του, στην εξοχική κατοικία της οικογένειας Μόντσλεϊ, φιλοξενούμενος του πλούσιου φίλου του, Μάρκους. Όλα τον εντυπωσιάζουν στο καινούριο του περιβάλλον: η πολυτελής έπαυλη με τους κήπους της, οι κομψοντυμένοι του συνδαιτυμόνες στην ευρύχωρη τραπεζαρία, ο οικίσκος με το θερμόμετρο που μπορεί καθημερινά να επισκέπτεται και να ελέγχει αν συμβαδίζει ο υδράργυρος με τις προσωπικές του μετεωρολογικές προβλέψεις. Πάνω απ’ όλα, όμως, ο Λίο σαγηνεύεται από τη Μάριαν, τη μεγαλύτερη αδελφή του Μάρκους, την οποία μεμιάς ταυτίζει με τον ωραιότερο από τους αστερισμούς του Ζωδιακού που κοσμούν το εξώφυλλο του ημερολογίου του – την Παρθένο. Η Μάριαν πρόκειται σύντομα να παντρευτεί τον ήρωα του πολέμου των Μπόερς, Λόρδο Τρίμινχαμ, που ο Λίο θαυμάζει κυρίως λόγω της γαλαζοαίματης καταγωγής του. Ωστόσο, για τα γαλάζια μάτια της Μάριαν θα ήταν ικανός να κάνει τα πάντα, γι’ αυτό κι ελάχιστα διστάζει όταν η κοπέλα τού ζητά να γίνει ο αγγελιαφόρος ανάμεσα σε αυτήν και τον κοινωνικά κατώτερό της αγρότη Τεντ Μπέρτζες. Τα σημειώματα και μηνύματα που ανταλλάσσουν η Μάριαν κι ο Τεντ, κρύβουν κάτι που ο άμαθος στα μυστήρια του έρωτα Λίο αγνοεί. Άθελά του, ο μικρός Μεσάζων μετατρέπεται έτσι στο πρόσωπο-κλειδί μιας τραγωδίας που μέλλει να ξεσπάσει με τρόπο συνταρακτικό την παραμονή των γενεθλίων του και να σημαδέψει ανεξίτηλα τη ζωή του.

Κάθε μεταφραστής θα μαγευόταν κι αυτός αν το μυθιστόρημα που είχε αναλάβει ξεκινούσε με τη φράση: «Το παρελθόν είναι μια ξένη χώρα, τα κάνουν όλα διαφορετικά εκεί» − μια από τις πιο εμβληματικές της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Κι αν ήταν κινηματογραφόφιλος, όπως εγώ, δεν θα μπορούσε παρά να δίνει νοερά στους δυο παράνομους εραστές που ταρακουνούν συθέμελα τον ως τότε αγγελικά πλασμένο κόσμο του Λίο, τις μορφές της Τζούλι Κρίστι και του Άλαν Μπέιτς, των ηθοποιών που υποδύθηκαν τη Μάριαν και τον Τεντ στη βραβευμένη ομότιτλη ταινία του Τζόζεφ Λόουζι (Χρυσός Φοίνικας Φεστιβάλ Καννών 1971).

Τόνια Κοβαλένκο

Το μυθιστόρημα του Λέσλι Πόουλς Χάρτλεϊ Ο μεσάζων