Η New Rochelle είναι μια πόλη 80.000 ανθρώπων στην πολιτεία της Νέας Υόρκης, και μια από τις πρώτες περιοχές που βρέθηκαν στο επίκεντρο της πανδημίας COVID-19 στη χώρα.

Πρόκειται για μια πόλη μεσαίου μεγέθους και για αυτό το λόγο, μια ομάδα μηχανικών στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης (NYU) την χρησιμοποίησε ως βάση ενός νέου προγνωστικού μοντέλου για την αξιολόγηση των ποσοστών μετάδοσης της COVID-19. Επιπλέον, οι ερευνητές θέλησαν να διαπιστώσουν εάν το σχέδιο ομάδων προτεραιότητας εμβολιασμού είναι αποτελεσματικό. Τα αποτελέσματα της μελέτης όμως, τους έκαναν να αμφισβητήσουν την ανάγκη ιεράρχησης ορισμένων ομάδων υψηλού κινδύνου ειδικά στην παρούσα φάση όπου οι διαθέσιμες δόσεις είναι λίγες. Σύμφωνα με τους ερευνητές, αυτή η στρατηγική δεν φαίνεται να μειώνει τα ποσοστά λοίμωξης στον βαθμό που το κάνουν τα περιοριστικά μέτρα.

Η ομάδα διεξήγαγε προσομοιώσεις της πόλης κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Για να το κάνει αυτό, χρησιμοποίησε αυτό που ονομάζεται μοντελοποίηση βασισμένη σε πράκτορες, που σημαίνει ότι η προσομοίωση αντιπροσωπεύει τις ενέργειες κάθε μεμονωμένου πράκτορα, κάθε ατόμου δηλαδή, σε μια πόλη.

Οι επιστήμονες αναδημιούργησαν με λεπτομέρεια ολόκληρη την πόλη χρησιμοποιώντας χάρτες και δεδομένα απογραφής. Στη συνέχεια, ενσωμάτωσαν τις συνθήκες της πανδημίας στο μοντέλο, αναπαράγοντας τη συμπεριφορά, τα πρότυπα κινητικότητας και τις πιθανότητες οι πολίτες να μολύνουν και να μολυνθούν από άλλους. Πραγματοποίησαν μια σειρά προσομοιώσεων με μεταβαλλόμενες μεταβλητές πανδημίας, όπως διαφορετικές στρατηγικές προτεραιότητας εμβολιασμού.

«Αυτά τα μοντέλα είναι πολύ καλά, όχι για να κάνουν προβλέψεις, αλλά για να κατανοήσουν ποια μπορεί να είναι η επίδραση των εναλλακτικών προσεγγίσεων», λέει ο Μαουρίτσιο Πορφίρι, καθηγητής μηχανικής του NYU που ηγήθηκε της ομάδας.

Για παράδειγμα, σε ένα από τα πιθανά σενάρια, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η αύξηση των κινητών διαγνωστικών κέντρων θα μπορούσε να συμβάλλει στη μείωση της μετάδοσης του κορονοϊού.

Η ομάδα εστίασε περισσότερο στους εμβολιασμούς όπου διαπίστωσε ότι η ιεράρχηση ορισμένων ομάδων υψηλού κινδύνου έχει μόνο «οριακή επίδραση» στη μείωση των κρουσμάτων.

«Αυτό οφείλεται κυρίως στο ότι δεν έχουμε ακόμη αρκετές προμήθειες. Η προτεραιότητα κάποιων ομάδων έχει νόημα όταν έχετε έναν αρκετά μεγάλο αριθμό δόσεων εμβολίου», λέει ο Αλεσσάντρο Ρίτσο, καθηγητής από το Πολυτεχνείο του Τορίνο και μέλος της ομάδας.

Η έλλειψη δόσεων είναι μέρος του λόγου για τον οποίο το CDC συνέστησε μια στρατηγική η οποία εφαρμόζεται από τις περισσότερες πολιτειακές και τοπικές κυβερνήσεις, η οποία δίνει προτεραιότητα στους ηλικιωμένους και τους εργαζόμενους πρώτης γραμμής.

Ωστόσο, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι ο εμβολιασμός ενός σημαντικού αριθμού ατόμων οποιασδήποτε ομάδας θα μπορούσε να είναι πιο αποτελεσματικός στη μείωση των κρουσμάτων από την στρατηγική της επιλογής συγκεκριμένων ομάδων. Ο όγκος και η ταχύτητα είναι οι πραγματικές προτεραιότητες, λένε, και προτείνουν στην κυβέρνηση να βιαστεί και να προμηθευτεί περισσότερες δόσεις.

«Μην ξοδεύετε το χρόνο και τους πόρους σας για να δείτε πώς θα διανείμετε 100 δόσεις», λέει ο Ρίτσο. «Όταν έχετε δεκάδες χιλιάδες δόσεις, τότε μπορείτε να δείτε πού θα δώσετε προτεραιότητα».

Ωστόσο οι δυο επιστήμονες της μελέτης δεν θεωρούν πως η στρατηγική που ακολουθούν οι κυβερνήσεις είναι λάθος. Ο εμβολιασμός των ηλικιωμένων είναι απαραίτητος για τη μείωση των θανάτων. «Για παράδειγμα, εάν δώσετε 2.000 εμβόλια σε άτομα ηλικίας άνω των 80 ετών, μπορεί να σώσετε τη ζωή τους», λέει ο Πορφίρι.

«Όμως με 2.000 εμβόλια δεν θα μπορέσετε να σταματήσετε τη μετάδοση. Η ασθένεια θα συνεχίσει να εξαπλώνεται». Ο Πορφίρι και ο Ρίτσο πρόσθεσαν ότι η στρατηγική εμβολιασμού των ηλικιωμένων θα μπορούσε να είναι πιο αποτελεσματική στη μείωση του αριθμού των θανάτων από ό,τι να εμβολιάζονταν οι εργαζόμενοι πρώτης γραμμής. Αυτή είναι μια απόφαση που βασίζεται περισσότερο στην οικονομία, λέει ο Ρίτσο, και όχι μόνο στα ποσοστά μόλυνσης, καθώς η κυβέρνηση θέλει να διατηρήσει την αγορά ανοιχτή όσο το δυνατόν περισσότερο.

Βάσει του μοντέλου, οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι θα πρέπει να εμβολιαστεί τουλάχιστον το 25% του πληθυσμού για να αρθούν τα περιοριστικά μέτρα. Αυτό δεν είναι ένα όριο, αλλά μια πρόχειρη ένδειξη για το πότε ένα εμβόλιο μπορεί να παράγει αποτελέσματα συγκρίσιμα με αυτά των περιοριστικών μέτρων.

«Το γενικό απαγορευτικό ήταν εξαιρετικά επιτυχημένο», λέει ο Πορφίρι. «Αν και κούρασε τους ανθρώπους και είχε πολλές συνέπειες στην ψυχική υγεία, από πλευράς μείωσης της μετάδοσης, ήταν αποτελεσματικό».

Η πλατφόρμα που δημιούργησε η ομάδα είναι ανοιχτού κώδικα, που σημαίνει ότι όλες οι πολιτείες των ΗΠΑ μπορούν να χρησιμοποιήσουν το μοντέλο σε δικές τους πόλεις παρόμοιου μεγέθους, ή ακόμη και να το επεκτείνουν σε κρατικό επίπεδο.

Πάντως, οι επιστήμονες τονίζουν τη σημασία της χρήσης της προστατευτικής μάσκας και της κοινωνικής αποστασιοποίησης.

«Τα μέτρα που ακολουθούμε στην καθημερινότητά μας έχουν μεγάλη σημασία, ίσως και περισσότερο από το ίδιο το εμβόλιο», λέει ο Πορφίρι. «Από εμάς εξαρτάται να περιορίσουμε την ασθένεια, έως ότου έχουμε μια καλή ποσότητα εμβολίων. Μην περιμένετε αυτό το εμβόλιο να κάνει θαύμα. Δεν υπάρχουν θαύματα», καταλήγει ο επιστήμονας.

ΠΗΓΗ: Fastcompany