Η επανεκκίνηση των διερευνητικών επαφών με την Τουρκία είναι αναμφίβολα ένα θετικό γεγονός. Παρότι οι πιθανότητες σύγκλισης παραμένουν ελάχιστες, τουλάχιστον αναστέλλεται, έστω και για μικρό χρονικό διάστημα, η πιθανότητα περαιτέρω αντιπαράθεσης επί του πεδίου.

Του Πιέρρου Ι. Τζανετάκου

Η στάση, όμως, της Άγκυρας στο μεσοδιάστημα από την ανακοίνωση της επανέναρξης των συζητήσεων έως και σήμερα, όχι μόνο δεν ήταν εποικοδομητική, αλλά αποκαλύπτει ότι οι Τούρκοι κάθονται στο τραπέζι προσχηματικά, αφενός για να κερδίσουν χρόνο έως τον Μάρτιο όταν και θα συνέλθει το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο με διακύβευμα τις ευρωτουρκικές σχέσεις, αφετέρου για να εμφανίσουν ένα συνετό και διαλλακτικό πρόσωπο στη διεθνή κοινότητα.

Τόσο οι δημόσιες δηλώσεις περί της ατζέντας με την οποία θα προσέλθει η τουρκική πλευρά στο διάλογο (ξεκινά από την αποστρατιωτικοποίηση των νησιών και φθάνει έως τη μειονότητα), όσο και η ανά τακτά χρονικά διαστήματα υπενθύμιση του casus belli σε περίπτωση που η Ελλάδα ασκήσει το δικαίωμά της και επεκτείνει τα εθνικά χωρικά ύδατα στο Αιγαίο στα 12 ν.μ., υποδεικνύουν ότι αυτό που θα επιδιώξει η Άγκυρα είναι να επιρρίψει στην Αθήνα την ευθύνη για την απόσταση που παραμένει αμετάβλητη ανάμεσά τους.

«Οι χάρτες που είχαν διαμορφωθεί πάνω στο τραπέζι δεν μπορούν να εφαρμοστούν ούτε στην περιοχή μας, ούτε σε άλλες περιοχές», ανέφερε πριν από περίπου μία εβδομάδα ο Ερντογάν. Ήταν μία εξαιρετικά σημαίνουσα δήλωση, καθώς αποτυπώνει με ενάργεια την αναθεωρητική διάθεση της Τουρκίας, η οποία είναι προφανές ότι τα τελευταία χρόνια ξεπερνά το Αιγαίο. Κανείς δεν πρέπει να ξεχνά το εκπεφρασμένο όραμα του Ερντογάν για την Τουρκία του 2023: Όταν το τουρκικό έθνος θα γιορτάζει τα 100 χρόνια από την ίδρυση της Δημοκρατίας θα έχει «αποτινάξει τα δεσμά» που του επεβλήθησαν από τη Συνθήκη της Λωζάννης. Με λίγα λόγια, στα άμεσα σχέδια της Άγκυρας είναι να επεκτείνει την τουρκική επικράτεια.

Το μείζον, λοιπόν, για τους Τούρκους δεν είναι το αν θα έρθουν σε συμφωνία με την Ελλάδα για την αιγιαλίτιδα ζώνη στο Αιγαίο. Οι στόχοι αυτή τη στιγμή επικεντρώνονται στην ευρύτερη λεκάνη της Ανατολικής Μεσογείου. Πρώτον στα νοτιοανατολικά σύνορα με την Συρία, όπου διεκδικούν την κυριαρχία μιας μεγάλης ζώνης, οιωνεί αμιγώς τουρκικής, προκειμένου να ανακόψουν μια πιθανή εδαφική προσέγγιση των εκατομμυρίων Κούρδων που ζουν εκατέρωθεν της οριογραμμής. Δεύτερον στη θάλασσα της Ανατολικής Μεσογείου, και ειδικά στην περιοχή που διεκδικούν με το ψευδεπίγραφο τουρκολιβυκό μνημόνιο, εκεί δηλαδή που αναπτύσσεται κατά κύριο λόγο η έκταση της λεγόμενης «Γαλάζιας Πατρίδας», αγνοώντας παρανόμως την επήρεια των ελληνικών νησιών, όπως η Κρήτη, η Ρόδος και το Καστελλόριζο. Τρίτον, στην Κύπρο, όπου θέτουν ανοικτά θέμα δύο κρατών, υπονοώντας ότι το βόρειο τμήμα του νησιού θα μπορούσε να προσαρτηθεί από την Τουρκία. Οποιοδήποτε από τα τρία σενάρια γίνει πράξη θα οδηγήσει στην ποθούμενη επέκταση.

Μπορεί στην Ελλάδα να επικεντρωνόμαστε στο αν (και κυρίως στο γιατί δεν) θα επιβληθούν κυρώσεις από την Ευρώπη στην Άγκυρα, αλλά διαβάζοντας κανείς τα συμπεράσματα της τελευταίας Συνόδου Κορυφής (10-11 Δεκεμβρίου 2020), άλλο είναι αυτό που πρέπει να προσέξουμε. Στο κείμενο προβλέπεται η σύγκληση διεθνούς διάσκεψης για την Ανατολική Μεσόγειο. Κι αν η πρώτη αντίδραση κάποιου είναι «γιατί όχι», καλό θα ήταν να είμαστε πιο προσεκτικοί. Ποιοι θα συμμετέχουν στη διάσκεψη και ποιο θα είναι το αντικείμενό της; Σε τι βαθμό θα είναι δεσμευτικά τα όποια αποτελέσματα μιας τέτοιας διάσκεψης; Γιατί να θέλει κάποιος να δώσει ένα διεθνές βήμα στην Τουρκία για να εκφράσει- κι έτσι να νομιμοποιήσει- την αναθεωρητική πολιτική της; Όπως θα φανεί και από την πορεία των διερευνητικών, η Άγκυρα θέλει να ξεπεράσει το διμερές διαπραγματευτικό σχήμα. Θέλει να καθίσει στο ίδιο τραπέζι με τους μεγάλους για να πρωταγωνιστήσει στη διαδικασία επαναχάραξης του γεωπολιτικού και του ενεργειακού χάρτη της Ανατολικής Μεσογείου. Να δείξει ότι στέκεται ακριβώς κάτω από το πρώτο σκαλί, αυτό δηλαδή που κυριαρχείται από τους Αμερικανούς και τους Ρώσους, αλλά πάνω από τους υπόλοιπους παίκτες στην περιοχή: Αφενός από Ελλάδα, Αίγυπτο, Ισραήλ και φυσικά Κύπρο, αφετέρου και εξ αντανακλάσεως από τους Γάλλους και τους Γερμανούς. Ο Ερντογάν πιστεύει ότι απαιτώντας δέκα μπορεί να πάρει τα μισά, αυτό όμως που τον απασχολεί περισσότερο είναι να καταστήσει σαφές ότι η Τουρκία είναι μια από τις ισχυρότερες περιφερειακές δυνάμεις παγκοσμίως. Και μια τέτοια δύναμη όχι μόνο κερδίζει στη διπλωματία, αλλά ταυτοχρόνως είναι έτοιμη να αντιπαρατεθεί με οποιονδήποτε και επί του πεδίου.

Ακόμα κι αν η τουρκική εξωτερική πολιτική διατηρεί μέχρι σήμερα τα αυτοκρατορικά χαρακτηριστικά του παρελθόντος, δεν παύει να είναι άμεσα συνδεδεμένη με τις εξελίξεις στο εσωτερικό. Τα πράγματα για τον Ερντογάν δεν πάνε καλά. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν επιρροή που με δυσκολία φθάνει στο 40% και τα προβλήματα στην οικονομία γίνονται ακόμα πιο καταπιεστικά εξαιτίας και της επίμονης πανδημίας. Όλα αυτά θολώνουν το αφήγημα για την μεγάλη Τουρκία του 2023. Ένα αφήγημα που όπως όλα δείχνουν είναι αυτή τη στιγμή το μοναδικό χαρτί που έχει στα χέρια του ο Τούρκος πρόεδρος για να κερδίσει μια ακόμα θητεία. Παρά, όμως, τις οικονομικές δυσχέρειες, τις επιμέρους αντιθέσεις και την πόλωση που επικρατεί στην τουρκική κοινωνία, η μεγάλη πλειοψηφία των Τούρκων- με εξαίρεση σημαντική μερίδα των Κούρδων- συντάσσονται με την εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης. Ένα έθνος με επιρρέπεια στα σύμβολα, ταλανιζόμενο από σειρά προβλημάτων και ευρισκόμενο ενώπιον της σημαντικότερης εθνικής επετείου της σύγχρονης ιστορίας του, χειραγωγείται εύκολα. Κι αυτό είναι κάτι που γνωρίζει καλά ο Ερντογάν.