Βερολίνο — Ανταπόκριση Γιώργος Παππάς

Η γερμανίδα καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ υπερασπίστηκε την ευρωπαϊκή επιλογή στην τροφοδοσία του εμβολίου. Στο σαββατιάτικο βίντεο-μήνυμά της, τόνισε ότι ήταν «απολύτως σωστή» η προμήθεια του εμβολίου ευρωπαϊκά. «Καμία χώρα, ούτε η Γερμανία, δεν θα ήταν ασφαλής, εάν δεν ήταν και οι φίλοι και γείτονές μας», είπε η Μέρκελ στο μήνυμά της.

Η αναφορά αυτή της Μέρκελ ήταν απάντηση στην κριτική που δέχεται στο εσωτερικό, διότι η Γερμανία περίμενε την ΕΕ και δεν προχώρησε γρηγορότερα, μόνη της με εμβόλια της γερμανικής BionTech, την έρευνα της οποίας χρηματοδότησε με 375 εκ. Ευρώ.

Με τη BionTech/Pfizer έκλεισε και εθνική συμφωνία για 30 εκατομμύρια δόσεις. Για τη συμφωνία αυτήν δέχεται κριτική ότι παραβιάζει την ευρωπαϊκή αλληλεγγύη στο ζήτημα των εμβολίων. Η απάντηση του Βερολίνου είναι ότι η γερμανική συμφωνία δεν καθυστερεί τις ευρωπαϊκές παραγγελίες στη συγκεκριμένη εταιρία.

Την ώρα που η Μέρκελ προσπαθεί να διασκεδάσει τις εντυπώσεις ότι η Γερμανία απομακρύνεται από την ευρωπαϊκή επιλογή κάνοντας εθνικές παραγγελίες εμβολίου, εντείνεται η κριτική στο εσωτερικό με την ακριβώς αντίθετη επιχειρηματολογία: ότι η Γερμανία δεν έκανε την επιλογή να αντιμετωπίσει με εθνικό σχεδιασμό την πανδημία. Αποτέλεσμα -λένε οι υποστηρικτές της εθνικής επιλογής και κυρίως το ακροδεξιό AfD– η γερμανική εταιρία BionTech να είναι η πρώτη που διέθεσε το εμβόλιο, αλλά πρώτες το χρησιμοποίησαν Μεγάλη Βρετανία και ΗΠΑ και αργότερα η Γερμανία, που αφέθηκε στη «γραφειοκρατία των Βρυξελλών».

Κριτική έρχεται και από το συγκυβερνών Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα SPD, η ηγεσία του οποίου ξεκίνησε πρώιμα τον προεκλογικό αγώνα για τις εκλογές του Σεπτεμβρίου με τη διαφοροποίηση στο θέμα της πανδημίας. Ένα από τα ερωτήματα του τετρασέλιδου καταλόγου που έστειλε για λογαριασμό του SPD ο αντικαγκελάριος Όλαφ Σολτς στο χριστιανοδημοκράτη υπουργό Υγείας, Γιενς Σπαν, είναι: Γιατί η Γερμανία δεν φρόντισε να πάρει μεγαλύτερο μερίδιο από τις δόσεις της ΕΕ που έμειναν αδιάθετες όταν κάποιες χώρες-μέλη δεν μπόρεσαν ή δεν θέλησαν να πάρουν όλες τις δόσεις που είχαν παραγγείλει στην Κομισιόν;

Η Άνγκελα Μέρκελ δέχεται από την αρχή της πανδημίας τις επιθέσεις της λαϊκής εφημερίδας «Μπιλντ» που στοχοποίησε την καγκελάριο, όπως είχε κάνει και στην προσφυγική κρίση. Αποδίδει στη Μέρκελ τις ευθύνες που είχαν οι τοπικοί πρωθυπουργοί και τα κρατίδια για την εικόνα «κουρελούς» (Flickenteppich) που δίνει η Γερμανία στη λήψη και εφαρμογή των μέτρων κατά της πανδημίας. Τώρα, σταθερή επωδός των δημοσιευμάτων είναι το «χάος» με τους εμβολιασμούς.

Και η συντηρητική «Ντι Βελτ» (ανήκει, όπως και η «Μπιλντ», στο ίδιο εκδοτικό συγκρότημα «Σπρίνγκερ») βγήκε με κυριακάτικο πρωτοσέλιδο τον «αποτυχημένο σχεδιασμό» της Μέρκελ για τους εμβολιασμούς. «Στο εμβόλιο στηρίχθηκαν όλες οι ελπίδες κατά της Covid-19. Ωστόσο, η έναρξη εμβολιασμών στη Γερμανία κατέληξε σε χάος. Πάνω απ’ όλα έλειπαν τα εμβόλια. Οφειλόταν στο ότι η Γερμανία εκχώρησε την ευθύνη στην ΕΕ;» διερωτάται η εφημερίδα στο κυριακάτικο αφιέρωμα.

AP Photo / Christophe Ena

Η μάχη του εμβολίου είχε ξεκινήσει νωρίς. Ο Ντόναλντ Τραμπ ήθελε ήδη από τον Μάρτιο του 2020 να αγοράσει τη γερμανική Curevac· απέτυχε, διότι μπήκε στη μέση η γερμανική κυβέρνηση για να χρηματοδοτήσει την έρευνα για το εμβόλιο. Μέσω της αναπτυξιακής τράπεζας KfW, διέθεσε 300 εκατομμύρια Ευρώ, αποκτώντας το ένα τέταρτο της εταιρίας Curevac με έδρα το Tuebingen της δυτικής Γερμανίας. Την περασμένη εβδομάδα η Curevac έκλεισε συμφωνία με τη φαρμακοβιομηχανία BAYER για τη διάθεση του εμβολίου παγκοσμίως. Το εμβόλιο της Curevac καθυστερεί σε σχέση με τη BionTech, αλλά δεν χρειάζεται τις ιδιαίτερα χαμηλές θερμοκρασίες και θα είναι εύκολο στη χρήση του από τον γιατρό της γειτονιάς.

Στις αρχές Μαίου ο Paul Hudson, πρόεδρος της γαλλικής φαρμακοβιομηχανίας Sanofi, κατηγόρησε με συνέντευξή του στο Bloomberg τους ευρωπαίους ηγέτες ότι δεν ανταποκρίθηκαν στις εκκλήσεις του να υποστηρίξουν την ανάπτυξη εμβολίου της εταιρίας του. Χρηματική υποστήριξη, είπε, βρήκε η Sanofi από τις ΗΠΑ, «κατά συνέπεια, η αμερικανική κυβέρνηση έχει και το δικαίωμα να προηγείται στις παραγγελίες σε εμάς». Ο Hudson εκκλήθη τότε επειγόντως από τον πρόεδρο Μακρόν στο «Ελιζέ» και στη συνέχεια ανασκεύασε τις δηλώσεις του, λέγοντας ότι «φυσικά πρέπει το εμβόλιο να είναι ένα παγκόσμιο δημόσιο αγαθό».

Στις αρχές Ιουνίου, τέσσερις χώρες με ισχυρές φαρμακοβιομηχανίες, Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Ολλανδία, συγκρότησαν μία «συμμαχία εμβολίου». Διαβεβαιώνουν ότι θα διαπραγματευτούν για λογαριασμό και των μικρότερων χωρών της ΕΕ, στόχος είναι να αποτραπεί ένας εθνικός ανταγωνισμός για τα εμβόλια, η πρωτοβουλία -γράφει η «Βελτ»- είναι του γάλλου προέδρου Μακρόν και του γερμανού υπουργού Υγείας Σπαν, για να απαντήσουν στις επιθετικές κινήσεις του αμερικανού προέδρου Τραμπ.

Η πρώτη επιτυχία της «συμμαχίας» ήταν η συμφωνία με τη βρετανική Astra Zeneca για 400 εκατομμύρια δόσεις εμβολίου. Η Κομισιόν της ΕΕ, σύμφωνα με τη «Βελτ», πληροφορήθηκε μόλις μία με δύο ημέρες νωρίτερα τη συμφωνία, με τηλεφώνημα από το γερμανικό υπουργείο Υγείας. Ακολούθησαν πυρετώδη τηλεφωνήματα της προέδρου της Κομισιόν, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, με την καγκελάριο Άνγκελα Μέρκελ, που συμφωνούν τελικά οι παραγγελίες να γίνουν από την Κομισιόν σε στενή συνεργασία με τις κυβερνήσεις.

Το ίδιο διάστημα, στα μέσα Ιουνίου, η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων διέθεσε πίστωση 100 εκατομμυρίων Ευρώ στην BionTech για την έρευνα του εμβολίου. Σε αντάλλαγμα, η BionTech δεσμεύτηκε να δώσει στην ΕΕ 300 εκατομμύρια δόσεις. Στις 7 Ιανουαρίου η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν ανακοίνωσε μια νέα συμφωνία με την BionTech/Pfizer, για άλλα 300 εκατομμύρια δόσεις εμβολίου.

Η γερμανική κυβέρνηση υπολογίζει ότι θα έχει στη διάθεσή της 90 εκατομμύρια δόσεις εμβολίου της BionTech/Pfizer. Τα 60 εκ. είναι το μερίδιο της Γερμανίας βάσει του πληθυσμού της, από τις παραγγελίες της Κομισιόν. Και 30 εκατομμύρια βάσει διμερούς συμφωνίας με τη γερμανική εταιρία BionTech.

Θα πάρει επίσης μέσω της ΕΕ 50,5 εκ. δόσεις της Moderna. Συνολικά, μαζί με τις παραγγελίες της ΕΕ, θα έχει 136,3 εκατομμύρια δόσεις εμβολίων. Αυτά επαρκούν για να εμβολιαστούν 68,2 εκατομμύρια πολίτες. Mε πληθυσμό 83 εκατομμύρια, μπορεί να εμβολιαστεί το 82% του πληθυσμού.

Το βασικό πρόβλημα αυτή τη στιγμή, πάντως, είναι ότι η παραγωγή του εμβολίου δεν μπορεί να καλύψει τη ζήτηση. Στην μεγαλύτερη δυνατή αύξηση της παραγωγής στρέφονται τώρα οι προσπάθειες. Τον Σεπτέμβριο η BionTech/Pfizer αγόρασε μονάδα της Novartis (πρώην Behringer) στο Marburg για να αυξήσει την παραγωγή της. Η Μέρκελ υπόσχεται βοήθεια για να αυξηθεί η παραγωγή εμβολίων. Αλλά και στο Marburg, διαβεβαίωσε ο Σπαν, «η παραγωγή εμβολίου θα γίνεται για την Ευρώπη».