Σύμφωνα με τους ερευνητές που εξέτασαν τις συμφωνίες των πλούσιων χωρών με τους κατασκευαστές εμβολίων, σχεδόν το ένα τέταρτο του παγκόσμιου πληθυσμού ίσως χρειαστεί να περιμένει έως το 2022 ή ίσως και περισσότερο, για να εμβολιαστεί.

Μέχρι τα μέσα Νοεμβρίου και πριν εγκριθεί κάποιο εμβόλιο για την COVID-19, οι χώρες είχαν ήδη δεσμεύσει συνολικά 7,48 δισεκατομμύρια δόσεις, αρκετές για να εμβολιαστούν 3,76 δισεκατομμύρια άτομα. Αν και έχουν γίνει προπαραγγελίες για 13 διαφορετικά εμβόλια, ακόμη δεν είναι σαφές πόσα από αυτά θα είναι αποτελεσματικά. Επιπλέον, οι πλουσιότερες χώρες έχουν δεσμεύσει το 51% των δόσεων, παρόλο που οι χώρες με χαμηλό και μεσαίο εισόδημα αποτελούν το 85% του παγκόσμιου πληθυσμού. Ακόμα κι αν όλα τα εμβόλια προχωρήσουν και μπορέσουν να παραχθούν μαζικά, η μελέτη αναφέρει ότι το 22,5% του παγκόσμιου πληθυσμού μπορεί να χρειαστεί να περιμένει μέχρι και το 2022 για να εμβολιαστεί.

Αυτό βέβαια είναι πρόβλημα για όλους, όχι μόνο για τις χώρες που θα περιμένουν περισσότερο. «Αν δεν περιορίσουμε την πανδημία παγκοσμίως, τότε υπάρχει πάντα η πιθανότητα αυτή να επιστρέψει και να επηρεάσει και πάλι το εμπόριο και τα ταξίδια. Πρέπει να αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά και να αποτρέψουμε την επανεμφάνιση αυτής της πανδημίας σε όλες τις χώρες του κόσμου, όχι μόνο σε αυτές με υψηλό εισόδημα», λέει ο Anthony So, καθηγητής στη σχολή δημόσιας υγείας του Πανεπιστημίου Johns Hopkins και ένας από τους συγγραφείς της μελέτης, που δημοσιεύθηκε σήμερα στο The BMJ.

Το παγκόσμιο πρόγραμμα εμβολιασμού COVAX εναντίον του SARS-CoV-2 του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, έχει μέχρι στιγμής συγκεντρώσει περίπου 2 δισ. δολάρια, αρκετά για να εμβολιαστούν περίπου μισό δισεκατομμύριο άνθρωποι, ενώ στοχεύει να συγκεντρώσει άλλα 5 δισ. δολάρια το επόμενο έτος.

Παρόλα αυτά αναμένεται να δούμε ποια εμβόλια θα είναι επιτυχημένα και πόσο γρήγορα μπορούν να κλιμακωθούν. Ορισμένοι οργανισμοί, όπως η Oxfam και οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα, υποστηρίζουν ότι οι φαρμακευτικές εταιρείες οφείλουν να μοιραστούν την τεχνολογία και την πνευματική ιδιοκτησία τους μέσω του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, ώστε να μπορούν να παραχθούν περισσότερες δόσεις εμβολίων.

«Αρχίζουμε να βλέπουμε κάποια προβλήματα. Η GSK-Sanofi δήλωσε ότι σχεδιάζει να ξεκινήσει μια καινούργια μελέτη το επόμενο έτος, ελπίζοντας να βρει ένα πιο αποτελεσματικό εμβόλιο για τους ηλικιωμένους. Αυτός είναι ένας πολύ σημαντικός παίκτης σε αυτόν τον χώρο. Επίσης, το Πανεπιστήμιο του Κουίνσλαντ ανακοίνωσε ότι αποσύρει το εμβόλιο», λέει ο So.

Άλλα εμβόλια, που βρίσκονται ακόμη σε πρώιμο στάδιο ανάπτυξης, μπορεί να είναι καταλληλότερα για διανομή στις αναπτυσσόμενες χώρες, αλλά η παραγωγή τους θα πάρει χρόνο. «Χρειάζεται χρόνος για την κλιμάκωση, την απαιτούμενη χρηματοδότηση για την κατασκευή των εγκαταστάσεων και την εξασφάλιση των αλυσίδων εφοδιασμού», εξηγεί ο επιστήμονας.

Ακόμα και στις ΗΠΑ, η οποία έχει δεσμεύσει 800 εκατομμύρια δόσεις μέχρι στιγμής, δεν είναι ακόμη σαφές πόσο γρήγορα θα εμβολιαστούν οι νεότεροι και οι πιο υγιείς πολίτες. Αυτές οι προκλήσεις θα είναι σημαντικές και για αυτό χρειάζεται ένας παγκόσμιος συντονισμός.

ΠΗΓΗ: Fastcompany